τσαούσα
***
*
Το βρακί της πεταλούδας
*
Αγαπητό μου εξημερολόγιο
προχθές το βράδυ έπιασα τζακ ποτ.
Τόσες νύχτες στα μπαρ, καρποφόρησαν.
Μου την έπεσε ένας Ιταλός, να τον βλέπει η Metro Goldween και να σκίζει τα συμβόλαια με τον Τζουντ Λο.
Τριανταδύο χρονών, διευθυντής σε παράρτημα Ιταλικής εταιρίας στην Ελλάδα.
Με ανεπιτήδευτο στυλ, το ντύσιμο που λατρεύω στον άντρα, τζιν, μακό μπλουζάκι, γαμάτες μπότες, δερμάτινο μπουφάν.
Και γούσταρα διπλά, που αν και μεγαλοστέλεχος εταιρίας φορούσε αυτά τα ρούχα.
Μπορεί βέβαια το μπουφάν του να κόστιζε όσο τα πλακάκια του μπάνιου μου μαζί με τα είδη υγιεινής και τα αφρόλουτρα, αλλά δεν είχε σημασία, με κοστούμι θα μου την έσπαγε.
Το κοστούμι μου αρέσει περισσότερο στα παιδιά εκείνου του μηνιάτικου που αισθάνεται τύψεις όταν φτάνει στα χέρια τους.
Σκάει μύτη με το κοστουμάκι ο υπάλληλος και σου μεταδίδει την αισιοδοξία του ότι μια μέρα θα φτάσει τόσο ψηλά που θα φοράει τζιν.
Στον φτασμένο το κουστούμι είναι ματαιοδοξία.
Την καταβρήκαμε με τον Ιταλό στα σκαμπό του μπαρ, οι φίλες μου έφαγαν το μανό τους απ΄ τη ζήλια, λυσσάξανε να του μοστράρουν τον κώλο τους μπας και τους δώσει λίγη σημασία, αλλά ο τύπος δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω μου.
Το βρακάκι μου είχε γίνει τόσο μούσκεμα, που πήγα στην τουαλέτα και το έβγαλα.
Τι άντρας ήταν αυτός;
Αν μου ζητούσε να πάμε σπίτι του μετά, θα του έλεγα «ναι» σε όλες τις γλώσσες.
Αλλά δεν μου είπε. Μου ζήτησε μόνο να συναντηθούμε την επόμενη μέρα.
Μ΄ άρεσε αυτό. Δεν ήταν λιγούρης το μωρό μου.
Αργότερα στο κρεβάτι μου, ευχαριστούσα το σύμπαν που με λυπήθηκε επιτέλους και μου πέταξε φιλέτο, γιατί με είχε ταράξει στο λαδερό.
Σκεφτόμουν τι θα φορούσα στο ραντεβού, πώς θα χτένιζα τα μαλλιά μου, διαολόστελνα που δεν είχα πάει για αποτρίχωση και θα έπρεπε να ξυριστώ κόντρα επί τρία για να γίνει το πόδι μάρμαρο.
Σεβασμός σε τέτοιους γκόμενους.
Ποιος ξέρει με τι θεές είχε πάει ο Βιττόριο -έτσι έλεγαν τον «είναι το μοναδικό κομμάτι που έχουμε» και θα διακινδύνευα να τον ξενερώσω με μια τρίχα;
Κατά τις 12 το μεσημέρι που ξύπνησα, ήπια καφέ και άνοιξα τη ντουλάπα μου.
Δοκίμασα ό,τι είχα και δεν είχα.
Τίποτα δε μ΄ άρεσε.
Ένα τρένο ρούχα και κανένα δεν ήταν άξιο να συναντήσει το Βιττόριο. Το ίδιο και τα παπούτσια μου.
Ντύθηκα και βγήκα στα μαγαζιά.
Δυο νοίκια χάλασα. Το παράκανα, αλλά ήθελα να έχω εναλλακτικές.
Δεν ξέρω τι ανώμαλη είμαι; Άμα θέλω να πάω κάπου ντυμένη άψογα, δεν μ' αρέσει τίποτα πάνω μου.
Μέχρι και τα καλοκαιρινά κατεβάζω απ΄ το πατάρι, ενώ έξω ρίχνει χιονόνερο.
Στο τέλος κατάκοπη σαν ψήστης, βάζω πάντα αυτό που είχα δοκιμάσει πρώτο και φεύγω αφήνοντας πίσω μου ένα Αραράτ ρούχα, χωρίς το Μωϋσή να τα συμμαζέψει.
Σήμερα όμως δεν θα την πάταγα.
Και τα 3 σετ που αγόρασα δεν παιζόντουσαν.
Πετάχτηκα στο κομμωτήριο για μια ρίζα, πέρασα απ' το γυμναστήριο, χτύπησα 10 σετ κοιλιακούς και άλλα τόσα γλουτιαίους και γύρισα το απόγευμα σπίτι να ρηλαξάρω λίγο πριν αρχίσουν οι μάσκες και τα μερεμέτια για το ραντεβού των 9.
Θα περνούσε να με πάρει κάτω από το σπίτι.
Ήμουν έτοιμη στις εννιά παρά εικοσιπέντε. Εξαιρετικά, γιατί σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα ήμουν έτοιμη στις έντεκα παρά εικοσιπέντε.
Την ξέρεις την πετριά μου.
Αρχίζω πάντα να ετοιμάζομαι την ώρα του ραντεβού και στήνω κόσμο αβέρτα.
Όμως εκείνο το βράδυ με κυρίευε το άγχος.
Άλλη φορά τέτοια κόμπλα με γκόμενο δεν είχα φάει.
Άνοιξα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και κατέβαζα μεγάλες γουλιές να χαλαρώσω.
Στις 9 ακριβώς, ο Βιττόριο και η ανακτημένη λόγω κρασιού, αυτοπεποίθηση μου, χτυπούσαν το κουδούνι.
Κατέβηκα κάτω άνετη και αποφασισμένη να πάρουμε απεριτίφ και πρώτο στα γρήγορα, για να περάσουμε στο κυρίως κρεβάτι.
Η καρδιά μου φτερούγισε.
Είχε βγει από το αυτοκίνητο και με περίμενε ακουμπισμένος στο φτερό.
«Ο Θεός είναι ένας και είναι Ιταλός» σκέφτηκα, την ίδια στιγμή που η αυτοπεποίθηση μου σταμάτησε ταξί κι έφυγε.
Ο τύπος άψογα ντυμένος, ήταν γαμάτα όμορφος.
Γάμα τα δηλαδή, γιατί μ΄ έπιασε η κόμπλα πάλι. Βοήθεια.
Άρχισα να αισθάνομαι σαν παλιοκρεμάστρα κάτω από τα ρούχα μου. Συγχρόνως ένιωθα τα πόδια μου να στραβώνουν γυρίζοντας προς τα μέσα, ενώ ο κώλος μου όλο και κατέβαινε να τακιμιάσει με το πεζοδρόμιο.
Πώς με κομπλάριζε έτσι αυτός ο άντρας;
Αναρωτιόμουν αν θα κατάφερνα να του αρέσω όσο μου άρεσε, ώστε να μπορέσω μετά να τον φτύσω, ή τη ροχάλα θα την έτρωγα πρώτη εγώ;
Αν δεν φτύσω εγώ τον γκόμενο, δεν τον ξεπερνάω ποτέ. Όσο και να μου αρέσει, κάποια στιγμή πρέπει να τον διώξω, γιατί αν το κάνει πρώτος, θα κολλήσω μαζί του.
Τη στιγμή που αποφάσισε να πέσει και το βυζί μου, με πλησίασε, μου χαμογέλασε και με φίλησε στο μάγουλο λέγοντας με σπαστά Ελληνικά:
«Καλησπέρα. Είσαι ακόμα πιο όμορφη σήμερα».
«Φρδκρζκλμνξξξ ...» απάντησα.
Μου άνοιξε την πόρτα και μπήκα στο αυτοκίνητο.
Αν πω τώρα ότι ήταν Πόρσε θα έχω πολύ θράσος;
Ε, ναι λοιπόν, Πόρσε ήταν.
Όχι, δεν μασάω με ένα ωραίο αυτοκίνητο.
Δεν λέω ο γκόμενος να οδηγεί Ντάτσουν με καρότσα γιατί σημειολογικά δεν μου ταιριάζει, αλλά από την εμπειρία μου ξέρω ότι ο άντρας που κυκλοφορεί με πολύ ακριβό αυτοκίνητο, συνήθως είναι μικροτσούτσουνος.
Οπότε τζιζ.
Εκείνη την ώρα έφαγα φλασιά.
Λες να την είχε μικρή; Λες η τελειότητα του να σταματούσε στην εμφάνιση και στην Πόρσε;
Γύρισα και τον κοίταξα.
Αυτός από τη θέση του οδηγού είχε ανάψει ήδη τη μηχανή και με ρωτούσε:
«Προτιμάς να φάμε κάπου έξω, ή σπίτι μου;»
«Σπίτι σου καλύτερα» απαντάω, καθώς τον κοιτάζω στα μάτια και ξεχνάω και τσουτσούνια και όλα.
Μου άρεσε τόσο πολύ, που και γαριδάκι να την είχε, θα του καθόμουνα και θα λεγα κι ευχαριστώ.
Ξεκινάμε και βάζει μουσική.
Όχι, ευτυχώς δεν έβαλε Ραματζότι ή Λούτσιο Ντάλα- και σόρι δηλαδή στους λάτρεις, αλλά όταν ακούω Ιταλική μουσική εύχομαι να είχα γεννηθεί κουφή.
Ροκ έβαλε το μωρό μου. Rory Gallagher. Και μάλιστα τσίτα, όπως τον άκουγα κι εγώ.
Πού ήξερε ότι τρελαίνομαι για Rory? Πόσοι ακούνε Rory σήμερα;
Θα με πέθαινε αυτός ο άντρας.
Άρχισα να συνέρχομαι.
Κάτι το κρασί που κατέβασα σπίτι, κάτι η μουσική, μου έφυγε το κατώτερο.
Έβαλα τα χέρια ενωμένα ανάμεσα στα μπούτια μου - μια κίνηση που τρελαίνει τα αρσενικά - και ξάπλωσα χαλαρά πίσω στο κάθισμα.
Ήταν μια από τις μελετημένες πόζες στον καθρέφτη, η λεγόμενη πόζα «συνοδηγού».
Δεν μιλούσαμε, κοιταζόμασταν για λίγο κι ύστερα ξαναχανόμαστε στο δρόμο και στην κιθάρα του Rory.
Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε σε μια τεράστια γκαραζόπορτα.
Ο Βιττόριο την άνοιξε με τηλεκοντρόλ και μπήκαμε μέσα.
Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και με ένα ασανσέρ βγήκαμε στην πόρτα κάποιου διαμερίσματος.
Πόρτα είπα; Λάθος.
Αν δεν είχε κλειδαριά, θα μπορούσε να είναι γλυπτό ύψους 2.20 μέτρων σε Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης.
Ξεκλειδώνει το γλυπτό και καλώς την πάλι την ανασφάλεια που τώρα είχε φέρει και παρέα.
Αυτό δεν ήταν σπίτι.
Ήταν το ίδιο το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, που είχε για πόρτα το γλυπτό που έλεγα.
Τεράστιος χώρος, πίνακες στους τοίχους παντού και κάτι χρωματιστά γλυπτά τριγύρω, φωτισμένα από περίεργες γωνίες.
Στη μέση σε ένα υπερυψωμένο στρογγυλό στοιχείο, βρισκόντουσαν δυο κατάλευκοι σουέντ καναπέδες.
Απέναντι ήταν αναμμένο ένα τζάκι που αν δεν είχε καμινάδα, θα ήταν επίσης γλυπτό.
Ο Βιττόριο πήρε το σακάκι που κρατούσα, το άφησε σε μια γωνιά, με τράβηξε από το χέρι και καθίσαμε στον κάτασπρο καναπέ.
Άρχισα να νοιώθω άβολα.
Φορούσα μαύρο παντελόνι και ανησυχούσα μην αφήσει χρώμα, γαμώ την ανασφάλεια μου και τα ρούχα του ZARA, γιατί τελικά δεν φόρεσα αυτά που πήρα, αλλά κάτι περσινά.
Εκείνος έβαλε μουσική και αμέσως ήρθε δίπλα μου.
Έσκυψε και με φίλησε. Τα ρέστα μου. Φιλούσε τέλεια.
Με ξαναφίλησε. Έλειωσα.
Σε λίγο σηκώθηκε, χάθηκε κάπου στο Μουσείο και εμφανίστηκε με ένα μπουκάλι πανάκριβο κόκκινο κρασί.
Εβαλε στα ποτήρια, ήπιαμε μια γουλιά και ξαναχάθηκε στο Μουσείο.
Στην προσπάθεια μου να χαλαρώσω λίγο, γιατί μετά το φιλί η κόμπλα και η ανυπομονησία μου μαζί είχαν πιάσει πάτο ή ταβάνι, δεν θυμάμαι, άρχισα να κατεβάζω το κρασί σαν φραπέ.
Μόλις γύρισε με ένα δίσκο ντελικατεσενιές τύπου Μπάγκινχαμ, είχα ήδη κατεβάσει 3 ποτήρια κρασί χωρίς ανάσα.
Βολεύτηκε δίπλα μου και άρχισε να μιλάει.
Τι έλεγε, ούτε που τον άκουγα.
Μόνο τον έβλεπα και μάλιστα διπλό.
Κουνούσα το κεφάλι και έπινα.
Η ώρα περνούσε, μιλούσε, με φιλούσε ενδιάμεσα κι εγώ κατάπινα κρασί, ώσπου από διπλός έγινε τετραπλός.
Ορίστε.
Ο γκόμενος που δεν χόρταινα να κοιτάζω μια ώρα νωρίτερα, στεκόταν μπροστά μου σε τέσσερα αντίγραφα.
Τι άλλο ήθελα;
Να κοιμηθώ!
Με τόσο κρασί, αντί να χαλαρώσω ήρθα κι έγινα ζελέ.
Με φίλησε με ιδιαίτερο πάθος αυτή τη φορά -νομίζω-.
Ζαλιζόμουν.
Μετά μου χάιδεψε τα μαλλιά και κάτι μου είπε με σιγανή φωνή. Δεν άκουσα τίποτα.
Όχι ότι θα άκουγα αν μιλούσε πιο δυνατά.
Σηκώθηκε και ξαναχάθηκε στο Μουσείο.
Παρατήρησα μες στην τύφλα μου ότι ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, αλλά και ξυπόλητος.
Γυρίζω με δυσκολία το κεφάλι και βλέπω το πουκάμισο του στον καναπέ και το βρακί μου μπερδεμένο στο λουράκι του παπουτσιού.
Πότε έγιναν όλα αυτά;
Βάζω τα χέρια πίσω και προσπαθώ να σηκωθώ.
Τα καταφέρνω. Κρατάω την πλάτη όρθια.
Δεν πηδηχτήκαμε, κάτι θα θυμόμουν, άρα μάλλον προφυλακτικά πάει να φέρει, οπότε ας συμμαζευτώ κάπως, σκέφτηκα.
Σηκώνω το χέρι με δυσκολία να στρώσω τα μαλλιά μου, αλλά το δωμάτιο και τα έργα τέχνης μαζί, τρέχουν γύρω μου με τρομερή ταχύτητα.
Ανακατεύομαι.
Όχι θεέ μου, μην ξεράσω σ΄ αυτό το Μουσείο, στο σπίτι αυτού του άντρα, γιατί αύριο ξενέρωτη θα κοπανιέμαι στα μάρμαρα για πάρτη του.
Μην ξεράσω, μην ξεράσω!
Και ξέρασα.
Πάνω στον κατάλευκο σουέντ καναπέ.
Τα 2 λίτρα κόκκινο κρασί έγιναν η λίμνη των κύκνων και άρχισαν να απορροφώνται γρήγορα αφήνοντας ένα τεράστιο βυσσινόμαυρο λεκέ.
Ξάπλωσα σχεδόν κλαμμένη στον καναπέ.
Σε λίγο είδα τον Ιταλό από πάνω μου.
Με τράβηξε απαλά, με σήκωσε στα δυο του χέρια και με πήγε αγκαλιά στην κρεβατοκάμαρα.
Με έγδυσε και μου έκανε έρωτα.
Μόνος του μου άνοιξε τα πόδια, μόνος του τα έκλεισε όταν τελείωσε.
Χαράματα που συνήλθα κάπως, ντύθηκα κι έφυγα χωρίς να με καταλάβει.
Τον είχα κιόλας ξεχάσει μαζί με το βρακί μου στο σαλόνι του.
Εκείνος θα με θυμόταν λίγο παραπάνω.
Τουλάχιστον μέχρι να του καθαρίσουν τον καναπέ.
---
ΔΕΙΤΕ ΤΟ - ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ
http://www.youtube.com/watch?v=z1zsRRt1FWE
---
http://itsaousa.blogspot.com/