Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

... μια μέρα του αντιεξουσιαστή Σταύρου ...

τσαούσα

***

*

Η επανάσταση

.

θέλει ζεστά ρούχα

*

Δε λέει.

Οι οδομαχίες με παχαίνουν.

Πήρα δυο κιλά από την ημέρα που άρχισε να τιμάται η μνήμη του δολοφονημένου Αλέξανδρου.

Από το Σάββατο τρώω πατατάκια μπροστά στον υπολογιστή και διαβάζω στα blogs για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα, σε μια χώρα, που δεν χωράει καμία απάντηση.

Και να οι φωτογραφίες, και να τα ξερολούκουμα.

Χόρτασε το μάτι μου αντιεξουσιαστή.

Χάθηκε η σκέψη μου στο είναι τους.

Προσπαθούσα να τους φανταστώ μερικά κλικ πριν τραβηχτούν οι φωτογραφίες.

Την ώρα που ξύπναγαν το πρωί για να πάρουν τους δρόμους.

Έβαζαν ξυπνητήρι άραγε, ή το είχαν έννοια και σηκώνονταν μονάχοι τους;

Ή μήπως τους ξύπναγε η μάνα τους;

Σκέφτηκα ότι οι περισσότεροι έβαλαν το ξυπνητήρι του κινητού τους.

Όλοι μας, αντιεξουσιαστές και μη, με το κινητό ξυπνάμε πια.

Προσπάθησα να δω τον ήρωα μου ξεκάθαρα.

Τον Σταύρο ας πούμε.

Σηκώθηκε 9 παρά, με το κεφάλι κουδούνι.

Την πουτάνα την Αλβανόφουντα, θα έπρεπε να την πουλάνε με ένα κουτί ασπιρίνες δώρο.

Σύρθηκε με τις παντόφλες μέχρι το μπάνιο, και έριξε λίγο νερό στα μούτρα του.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.

"Να πλύνω δόντια;" αναρωτήθηκε.

Αποφάσισε να μην τα πλύνει, μια και δεν θα χρειαζόταν να γελάσει εκεί που πήγαινε.

Έφτιαξε με τα χέρια τα μαλλιά και γύρισε στο υπνοδωμάτιο του.

Άρχισε να ντύνεται.

Τζινάκι μαύρο, στενό, φανελάκι μαύρο... και ξαφνικά:

- "... Ρε μάνα, η μαύρη μπλούζα με την κουκούλα πού είναι;;;"

- "Στη βεράντα, πλυμένη αγόρι μου!".

- "Γιατί την έπλυνες γαμώ το μουνί μου μέσα;!!"

- "Βρώμαγε παιδάκι μου, τι να κάνω; Βάλε το κόκκινο πουλόβερ".

- "Άσε τις μαλακίες και φέρε να τη στεγνώσουμε!"

Στεγνώνει εύκολα το φούτερ; Δεν στεγνώνει.

Τρία τέταρτα τη γυρνούσε τη μπλούζα σαν τηγανίτα, πάνω στο καλοριφέρ ο Σταύρος.

Τελικά τη φόρεσε μισοβρεγμένη κι έφυγε.

Τα παιδιά βρίσκονταν ήδη στο σημείο συνάντησης.

Όλα με βρεγμένο φούτερ.

Μα τι μαλακία αυτές οι μανάδες να βάζουν κάθε Παρασκευή μπουγάδα!

Ξεκίνησαν να βρουν και τους υπόλοιπους.

Στον δρόμο έκανε παγωνιά.

- "Το΄χω δαγκώσει απ΄το κρύο ρε πούστη" λέει σε μια στιγμή ο Σταύρος στον διπλανό του.

- "Κι εγώ ρε μαλάκα, τι θα κάνουμε;".

- "Υπομονή, θα μας ζεστάνουν τα μπατσόνια" απαντάει ένας πιο δίπλα, αλλά δεν τον κατάλαβαν γιατί χτυπούσανε τα δόντια του, κι ακούστηκε "Μουνί τα χιόνια".

Δεν είχε δίκιο όμως.

Οι μπάτσοι δεν έκαναν τίποτα για να τους ζεστάνουν.

Τα παιδιά που ήταν εκεί, είχαν ανάψει φωτιές σε κάδους και στεγνώνανε από μόνα τους.

Ο Σταύρος πλησίασε με την παρέα του έναν ωραίο κάδο.

Άπλωσαν τα χέρια και η θαλπωρή της φωτιάς τους αγκάλιασε αμέσως.

Τι γλύκα!

Ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του.

Συγκινήθηκε.

"Γαμώ τα καλοριφέρ σας, βολεμένα ανθρωπάκια, μικροαστικά σκουλήκια, η επανάσταση είναι δική μας!" σκέφτηκε, κι ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει.

Ένας πιο πέρα, έψηνε καλαμπόκια.

Ο Σταύρος μοιράστηκε μισό με τον κολλητό του.

- "Νόστιμο ρε μαλάκα, ε;"

- "Είναι το όραμα που το κάνει νόστιμο, γαμώ τα κοκκινιστά τους και τα κοτόπουλα στον φούρνο".

- "Εμένα η μάνα μου κάνει ωραίο γιουβέτσι".

- "Η δικιά μου του βάζει πολλή ντομάτα".

- "Έτσι της μάθανε τα αφεντικά της, έτσι κάνει".

- "Την υπεραξία της ντομάτας την καρπώνεται το γιουβέτσι, όπως το κεφάλαιο καρπώνεται την υπεραξία του εργάτη".

- "Ρε μαλάκα, πείνασα, δεν πάμε να φύγουμε;"

- "Πάμε, αλλά δεν θυμάμαι γιατί ήρθαμε".

Ο Σταύρος κι ο κολλητός, προσπάθησαν να σπάσουν το μέτωπο των μπάτσων, προκειμένου να βρουν ταξί.

Δυσκολεύτηκαν.

Ένα γομάρι χωρίς διακριτικά, τους βούτηξε από την κουκούλα κι άρχισε να τους βαράει.

Ο Σταύρος έπεσε κάτω μισολιπόθυμος κοιτώντας τον μουντό ουρανό, με το στόμα ορθάνοιχτο.

Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του σαν σφαίρα:

" Έπρεπε να τα πλύνω το πρωί τα δόντια μου ο μαλάκας! ".

ΥΓ.

Η επανάσταση πάλι δεν πέτυχε.

Αλλά ο μπάτσος τέλος του μηνός θα πληρωθεί.

---

itsaousa.blogspot.com

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

... μια ταινία - μια Ελλάδα ...

τσαούσα

***

*

Τζούλη, πάρτονε !

*

«Το Happy end είναι ανακάλυψη της ανθρώπινης βλακείας» λέει η Άννα Καρένινα στον ήρωα-σεναριογράφο της ταινίας «Αυστηρώς κατάλληλο» των Παπαθανασίου-Ρέππα.

Και συνεχίζει αναλύοντας με οίστρο, πως η μόνη αλήθεια του ανθρώπου είναι ο εκφυλισμός του ιδίου και της ζωής του, μέσα στο χρόνο. Αποκαλύπτει πως γι αυτό αυτοκτόνησε, για να παγώσει το χρόνο τη στιγμή που ο έρωτας της με τον Αλεξέι ήταν στην ακμή του.

Στην επόμενη σκηνή της ταινίας, η Άννα Καρένινα ζητάει από τον Αλεξέι να χαϊδέψει την κωλάρα της, γιατί ήταν στεναχωρημένη.

Κατά το σενάριο, στο ίδιο σετ γυριζόταν το πρωί η κλασική εκδοχή του μυθιστορήματος και το βράδυ με την ίδια πρωταγωνίστρια, η εκδοχή-τσόντα.

Σπάνια ευχαριστιέμαι Ελληνική ταινία, αλλά η συγκεκριμένη, για το είδος που εκπροσωπεί, μου άρεσε.

Καλή η σεναριακή προσπάθεια, αν και θα μπορούσε να είναι καλύτερη.
Δεν το καταλογίζω όμως στους σεναριογράφους, πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν ακόμη και την έμπνευση τους.
Άξονας αυτών των παραγόντων, τα χρήματα.

Έχοντας όλοι παρακολουθήσει άπειρες ταινίες Αμερικάνικου ή και Ευρωπαϊκού κινηματογράφου, από την πρώτη σκηνή προβολής μιας Ελληνικής ταινίας, βλέπουμε την έλλειψη χρήματος.
Σαν να μετακομίζεις από έπαυλη σε δυάρι.

Κι όμως, οι Έλληνες τολμούν να κάνουν ταινίες με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν.

Όσο πιο ταλαντούχοι, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα.
Αλλά πόσο να φτουρήσει μια ψυχή;

Κάπου τελειώνει κι εκεί χρειάζεται το συμπλήρωμα που προσφέρει η οικονομική ρευστότητα, μια και μιλάμε για θέαμα.

Έτσι ακριβώς τολμούν οι Έλληνες και να ζήσουν με τα πενιχρά μέσα που τους διαθέτει αυτή η χώρα. Όσο πιο δυνατοί, τόσο περισσότερο γεμίζουν το φιλμ της ζωής τους με σκηνές.

Σκηνές που εναλλάσσονται από το δράμα στο γέλιο και το γελοίο, διαρκώς, όπως στην ταινία που ανέφερα.

Ζητούμενο, να καλυφθούν τουλάχιστον τα 120 λεπτά που θέλει ο παραγωγός για να βγάλει τα λεφτά του.

Κι αν κάνει κοιλιά καμιά σκηνή, δεν έχει σημασία, το θέμα είναι να ζήσει, έστω και με τα ψέματα.

Για να μπορεί να λέει τη φράση «Ελληνας πολίτης» όσο εύκολα λέει τη φράση «Ελληνικός κινηματογράφος».

Ή αλλιώς, «Τζούλη πάρτονε!» όπως ακούγεται συχνά στην ταινία.
Σαν να λέμε «Ζωή, πάρτονε!» γιατί αν και Έλληνας, εγώ θα ζήσω.

---

ΜΕΡΙΚΕΣ (αντιπροσωπευτικές) ΣΚΗΝΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

---





---

itsaousa.blogspot.com

 

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

... Ν.Δ.: από το play station, στο ψάρεμα ...

τσαούσα

***

*

Το ρυάκι έγινε ποτάμι !

*

Σαν προχθές ήταν που ο Αντώνης Σαμαράς δήλωσε υποψηφιότητα για την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας. Με μαλλί κρεβατοκομοδινοκάστανο, και ύφος "καλά που με γέννησε η μάνα μου", εξηγούσε κάθε λόγο που περνούσε με κόκκινο τη σκέψη του, ώστε να πείσει για την αξία της υποψηφιότητας του.
Παρασυρμένος απ΄τον οίστρο και τα φώτα της εξουσίας που τον ζάλιζαν γλυκά, δεν άργησε να κορυφώσει με μια σπουδαία φράση που μέθυσε τα πλήθη:

"Το ρυάκι να γίνει ποτάμι" είπε ξαφνικά, και άστραψαν τα μάτια του καθώς αναλογίστηκε "Πώς το σκέφτηκα ο πούστης;".

Από εκείνη τη στιγμή, άνοιγε και έκλεινε τις ομιλίες του με αυτή τη φράση.

Και όχι μόνο.

"Τι θα φας;" ρωτούσε η γυναίκα του.

"Το ρυάκι να γίνει ποτάμι" απαντούσε, και η καλή του καταλάβαινε πως ήθελε σούπα.

"Είσαι αποστάτης" τον κατηγορούσαν οι αντίπαλοι του.

"Το ρυάκι να γίνει ποτάμι" απαντούσε, και τηρούσε σιγή ιχθύος.

Έβγαινε στο Mega και μιλούσε για το ρυάκι του.

Έβγαινε στον ΑΝΤ1 και μιλούσε για το ποτάμι του.

Η ρεματιά Χαλανδρίου ανήκε πια στον Αντώνη.

Το ίδιο και ο Βοϊδομάτης.

Τα ρυάκια άρχισαν τα τηλέφωνα.

Έψαχναν το σημείο που θα συναντιόντουσαν για να γίνουν ποτάμι.

Οι μέρες περνούσαν, αλλά το σημείο δεν είχε βρεθεί ακόμη.

Τότε ο Αντώνης απευθύνθηκε στην εκτροπή του Αχελώου, τον Δημήτρη.

Συμφώνησαν να κάνουν μαζί το ρυάκι ποτάμι.

Κουβά- κουβά, φτάσανε αντάμα στην Κυριακή των εκλογών.

Την ώρα που ο Αντώνης έριχνε την ψήφο του στην κάλπη, χαμογέλασε αισιόδοξα:

"Το ρυάκι να γίνει ποτάμι" είπε.

Και έγινε.

Στις 12 το βράδυ, η Νέα Δημοκρατία είχε γεμίσει ψάρια.

Ο Αντώνης συγκινημένος αρχηγός, ανέβηκε στο πόντιουμ και απευθύνθηκε στον λαό της παράταξης του με μια νέα σπουδαία φράση:

"Τα ρυάκια έγιναν ποτάμια!"

Ο λαός της Νέας Δημοκρατίας σε βάρκες και κανό, τον επευφημούσε για το λογοτεχνικό του ταλέντο, για την αστείρευτη έμπνευση του.

Άλλοι με βατραχοπέδιλα και άλλοι με σωσίβια, βουτούσαν στο νερό για να φτάσουν κοντά του.

Δικαίως.

Ένας άνθρωπος που επαναλαμβάνει την ίδια γελοία φράση πρωί - μεσημέρι -βράδυ σαν ηλίθιος, έχει κάθε δικαίωμα να νομίζει πως μπορεί να κυβερνήσει κάποτε μια χώρα.

Ειδικά, όταν εκλέγεται πρόεδρος του κόμματος του.

Ημερολόγιο καταστρώματος: Την Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009, η Νέα Δημοκρατία πέρασε από το play station, στο ψάρεμα.

---
itsaousa.blogspot.com

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

... τί τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες ...

τσαούσα

***

*

Γιατί ανακαλύψαμε τον τροχό

*

Η Τάνια είναι κολλητή.

Εκπληκτική χορεύτρια, πλαισιώνει πάντα τα μεγαλύτερα ονόματα.
Πού χορεύει; Στα μπουζούκια, τι, στη Λυρική;

Η μόνη διαφορά της Λυρική μας Σκηνής με ανάλογο στεγασμένο χώρο της Αφρικής, είναι ότι αυτή δεν έχει πασαλάκια.

Η φιλενάδα νταραβερίζεται με ιδιοκτήτη γκλαμουράτων εστιατορίων, ο οποίος της ρίχνει τέτοιας εμβέλειας κέρατο, που το ζηλεύουν οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Μένουν μαζί, μόνο που αυτός εξαφανίζεται τα βράδια και η κολλητή μένει μόνη σαν πλεμόνι.

Η άλλη κολλητή η Μελίνα, είναι τραγουδίστρια και παραμυθιάζεται με έναν παντρεμένο, επώνυμο τραγουδιστή, ύψους 1.65 -με δίσολο- και μούρη «έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;»

Το 1.65 δεν την πειράζει τη φίλη μου γιατί αυτή είναι 1.64, το «έχω και κότερο» δεν το βλέπει, τη στεναχωρεί μόνο που βρίσκονται όποτε και άμα η κυρία του δίσολου έχει τις κλειστές της.

Εγώ είμαι η μόνη που δεν τραβιέμαι αυτή την εποχή με μουνομαγνήτη, οπότε σερνόμαστε και οι τρεις στα μπαρ με ντύσιμο πουτάνας στο πιο Κυριακάτικο.

Η Τάνια έχει την τρέλα να τρώει τα λεμόνια από τα ποτά μας.

Μέχρι και από τα διπλανά ποτήρια ζητιανεύει.

Η Μελίνα δεν έχει τρέλα, έχει παράνοια.

Στέκεται πάντα με την πλάτη στον τοίχο, γιατί της κόλλησε η ιδέα ότι μπορεί κάποιος ψυχοπαθής να εμφανιστεί από πίσω και να της καρφώσει μια ένεση με τον ιό του AIDS.

Όταν όμως πηδιέται με αγνώστους χωρίς προφυλακτικό, ένα περίεργο πράγμα, δεν πιάνει τοίχο, αλλά στέκεται όπου βολεύει και δεν την απασχολεί κανένας ιός.

Η κουλαμάρα η δική μου, -γιατί δεν είναι μόνο οι άλλες τρελές - είναι οι πόζες μου.

Επειδή καθόμαστε πάντα και μόνο στο μπαρ, πιάνω ένα σκαμπό και στήνομαι όλη νύχτα σε τρεις συγκεκριμένες πόζες. Το έχω μελετήσει το θέμα στον καθρέφτη.

Μια πόζα σταυροπόδι, έτσι που να φαίνεται το πόδι μου τρία μέτρα.

Μια πόζα με ανοιχτά τα πόδια και τα χέρια ανάμεσα, για να φαίνονται λεπτοί οι μηροί. Αυτή όταν φοράω παντελόνι.

Μια πόζα με ένα πόδι και κωλομέρι στο σκαμπό και το άλλο κάτω, για να σπάει ωραία η μέση.

Για να δέσει το κάδρο τινάζω ενίοτε ελαφρά τα μακριά μαλλιά μου, όπως όλες οι γυναίκες που σέβονται τον εαυτό τους και τα λιγούρια τους.

Και έρχονται οι γκόμενοι με τη γλώσσα έξω.

Στο μάτι τη βλέπεις τη γλώσσα, όχι στο στόμα.

Το τι μου λένε μπας και τους κάτσω, δεν περιγράφεται.

Κάτι πράγματα που κι ο μεγαλύτερος μαλάκας τα θεωρεί μαλακίες.
Τι ότι έχω το μυστηριώδες βλέμμα της μάγισσας, ότι είμαι μια βιτσιόζα πριγκίπισσα, άγρια ελαφίνα, -ναυτία- ξωτικό του δάσους κι ένα σωρό παράλυτα.

Ούτε που να μου το δούνε όλοι αυτοί.
Τους κόβω στα σήματα.

Νομίζω ότι αν μου πει κάποιος "πώς είσαι έτσι μωρή;" θα τον ερωτευτώ αμέσως.

Υπάρχουν κι εκείνοι που μιλούν πρόστυχα.
Θυμάμαι ένα βράδυ που φορούσα κάτι μεγάλους κρίκους στα αυτιά, έρχεται ένας και μου λέει:
«Χωράει ο πούτσος μου στο σκουλαρίκι σου;»
«Όχι, αλλά το κεφάλι σου χωράει άνετα στη χέστρα ρε μαλάκα!».

Δεν του άρεσε η απάντηση μου.
Με κοίταξε λοξά, μάλλον δυσαρεστημένος που δεν είχαμε χημεία κι έφυγε.
Δηλαδή τι περίμενε να του πω;
«Γαμώ τα styling μεγάλε;»

Μια φορά ένας πασίγνωστος ηθοποιός, τίγκα στην κόκα και στο αλκοόλ -γεμίζουν τη μπανιέρα και μπαίνουν μέσα μη χέσω;- εκεί που καθόμουν με τις κολλητές, έρχεται δίπλα και μου σφυρίζει:
«Μου κάνεις μια πίπα για 100 Ευρώ;

Προσπαθώντας να καταλάβω αν εκείνο το βράδυ παραείχα ντυθεί σαν πουτάνα, ή ήταν απλώς η ιδέα του, δεν πρόλαβα να απαντήσω.
Ανέλαβε η Τάνια που τον είχε ακούσει.
Αν πω τι ξεστόμισε η βρομόστομη, θα σηκωθούν τα γράμματα να φύγουν απ'; τις λέξεις.

Τη ζήλεψα πάντως.
Τέτοια πληρότητα σκέψης, τέτοια εκφορά λόγου;

Η Τάνια έκανε πολλά στους άντρες που την πέφτανε σε ό,τι είχε βυζιά.
Ήταν ένα θέμα που μας απασχολούσε συχνά.
Βγαίνεις έξω να πιεις ένα ποτό με τις φίλες σου και νομίζει ο κάθε μπανιαρισμένος ότι είσαι έτοιμη να κάνεις το μουνί σου φωλίτσα για τον πούτσο του.
Η φωλιά του πούτσου.

Και όχι μόνο στα μπαρ. Παντού γίνεται αυτό.

Κάποτε η Τάνια είχε πάει να κλείσει δουλειά για καλοκαίρι και βρέθηκε στο γραφείο σεσημασμένου θεατρικού παραγωγού.

Το χούφταλο με το φουλάρι και τα πατομπούκαλα στα μάτια, καθόταν στο γραφείο καπνίζοντας ένα πούρο σαν τραμ.
Αφού κλείσανε τα λεφτά, έβγαλε το χρυσό στυλό του και της έκανε νόημα να πλησιάσει να υπογράψει.
Κρατούσε δε έτσι το στυλό, που εκείνη έπρεπε να πάει δίπλα του.

Η Τάνια που φορούσε μια κοντή φουστίτσα, σηκώθηκε, τον πλησίασε, πήρε το στυλό και έσκυψε να βάλει τζίφρα.
Τότε ο πουρές απλώνει το χέρι μέσα στα μπούτια της και αρχίζει να χουφτώνει.

Εκείνη ήρεμη, παίρνει μια ανάσα, τον κοιτάζει στα μάτια και σφίγγει με δύναμη τα πόδια της.
Τόσα χρόνια χορό, οι μύες της ήταν σίδερο για μπετό να φτιάξεις τριώροφο.

Ο θεατράνθρωπος άρχισε να βογκάει απ΄ τον πόνο.
Κάνει να τραβήξει το χέρι του, αλλά τα μπούτια της Τάνιας έσφιγγαν όλο και περισσότερο.

Τα είδε όλα ο πολιτιστικός παράγοντας. Ίδρωσε, πέθανε.
Και δώστου αυτή να σφίγγει.
Και δώστου να τραβάει ο φιδές, κρατώντας ακόμα στο άλλο χέρι το πούρο και φωνάζοντας τσιριχτά μην τον ακούσουν απ΄ έξω:
«Αχ! Άσε με! Άσε με μωρή πουτάνα!»

Το πουτάνα με το Τάνια δεν κάνει ωραία ρίμα και η φιλενάδα μου τα πήρε στο κρανίο πιο πολύ.
Οπότε του ρίχνει τη χαριστική βολή σταυρώνοντας ακόμη πιο δυνατά τα μπούτια της.

Αυτό που ακούστηκε από το στόμα του δεν ήταν ουρλιαχτό, φρενάρισμα νταλίκας Ιούλη μήνα στην άσφαλτο ήτανε.
Να σου σηκώνεται η τρίχα και να λες «Θεέ μου αν υπάρχεις λυπήσου τον».

Αλλά ο Θεός εκείνη την ημέρα είχε ξαπλώσει νωρίς.

Η Τάνια που τον λυπήθηκε μετά από κάνα λεπτό, χαλαρώνει τα πόδια και υπογράφει χαμογελαστή πετώντας την ατάκα που έμεινε κλασική:
«Τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες ...»

Ο πουρόπουρος δεν το άκουσε όμως, γιατί έκανε αναπνοές ανώδυνου τοκετού με το χέρι που έτρεμε απ΄τον πόνο σαν να χτύπαγε φραπέ.

Η κολλητή πήρε τα μπουτάκια της κι έφυγε, ενώ εκείνο το καλοκαίρι πέρασε ζάχαρη στο θέατρο, γιατί τις μέρες που η παράσταση δεν είχε κόσμο κανείς δεν πληρωνόταν, εκτός από την Τάνια.

Κάπως έτσι έκλεινε και η Μελίνα τις σεζόν της.
Περνούσε την οντισιόν στο μπουζουξίδικο, της την έπεφτε ο μαέστρος, τον άφηνε να νομίζει ότι θα τον κεράσει τούρτα και μόλις έπαιρνε τη δουλειά, ούτε σουσάμι από παστέλι ο μαλάκας.

Πας ρε παιδί μου να δουλέψεις και οι άντρες νομίζουν ότι πας να τους το δώσεις.
Άμα μετράς σαν γκόμενα την έχεις βαμμένη.
Και καλά να στην πέφτουν οι από κάτω, άμα στην πέσει το αφεντικό και φάει πόρτα μαζί με το πατάκι, τι γίνεται;

Τι κόλλημα οι άντρες με το πήδημα;
Όλο αυτό έχουν στο μυαλό τους.
Αν οι γυναίκες τους μοιάζανε, θα πηδιόμασταν μέρα-νύχτα και δεν θα είχαμε ανακαλύψει ακόμη ούτε τον τροχό.

Τι λέμε μεταξύ μας: Η μαλακία είναι πως τώρα που τα ανακαλύψαμε όλα και να τους κάτσεις, δεν τους σηκώνεται. Γι αυτό είμαστε τίγκα στις νευρώσεις και ερωτευόμαστε τους άχρηστους.

---
itsaousa.blogspot.com

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

... ο Θεός δεν έχει γούστο ...

τσαούσα

***

*

Γούστο μου και καπέλο μου

*

- Ο Θεός είναι gay.
- Αποκλείεται. Ο Θεός είναι τέλειος, δες πόσο ωραία έφτιαξε τη φύση, τα δέντρα, τα πουλιά, τον ουρανό, τον κόσμο ολόκληρο.
- Αυτό λέω. Είναι διακοσμητής.

Από τη νέα ταινία του Woody Allen με τίτλο "Whatever works".

Εγώ ξέρω ανθρώπους που είναι καλύτεροι απ΄τον Θεό.

Γνωρίζω ζευγάρι που έχει διακοσμήσει το σπίτι του κομμάτι-κομμάτι.
Το αγόρασε, και έκανε δυο χρόνια να μπει μέσα.
Μέχρι τότε έμενε στο νοίκι.

Καταρχάς, η είσοδος.
Τι έβαλαν στην είσοδο του σπιτιού;
Ένα χαμηλό, μακρόστενο έπιπλο, με 3 πόδια.
Στο σημείο που έπρεπε να υπάρχει το τέταρτο πόδι, βρίσκεται ένα χρυσαφί τούβλο.
Η επίπεδη επιφάνεια του επίπλου, καλύπτεται με μαύρο αγυάλιστο μάρμαρο, ενώ οι προσόψεις των συρταριών, είναι από ακατέργαστο ξύλο.
Μέσα στην αγκίθα και τη φουσκάλα τα χέρια του ζευγαριού.

- Ωραίο το γιαπί.
- Το λατρέψαμε από την πρώτη στιγμή που το είδαμε!
- Άμα μπει η κουζίνα και το μπάνιο θα το νοικιάσετε;

Δεκάξι μήνες έψαχναν γι αυτό το πράμα.
Με τα λεφτά που πέταξαν στα περιοδικά διακόσμησης, και τις βενζίνες μέχρι να το βρουν, παίρνανε γκαρσονιέρα με το κλειδί στο χέρι.

Θα μου πεις, με τα ίδια περιοδικά και τις βενζίνες, βρήκαν και το καθιστικό τους.
Έναν τεράστιο γωνιακό καναπέ, από δέρμα κόκορα.

- Πόσο τον πήρατε τον καναπέ;
- 10.000 Ευρώ.
- Δια εκατό κόκορες που έχει σίγουρα επάνω, σας ήρθε 100 Ευρώ ο κόκορας.
Δια δυο κιλά που πάει ο καθένας, 50 Ευρώ το κιλό.
Τουλάχιστον σας δώσανε το κρέας τους;

Δεν τους το δώσανε.

Άλλωστε, αυτοί για να φάνε κόκορα, πρέπει να είναι εκτροφής από το πασίγνωστο αγρόκτημα «Royal Chicken's College» μεγαλωμένος με λευκή τρούφα, και κρόκο Κοζάνης.

Διακόσια Ευρώ ο κόκορας, και δεν μπορείς να κάτσεις και πάνω του.

Το ίδιο αγρόκτημα προτιμάει και η φίλη μου η Μιράντα, που τον μαγειρεύει σε κατσαρόλα Phillipe Stark, με κουτάλα Dior Maison, φορώντας ποδιά Channel.

Τον φτιάχνει ωραίο όμως.
Κοκκινιστό με ντοματάκια Σαντορίνης, και χυλοπίτες που φτιάχνει η αγελάδα αυτοπροσώπως από το ίδιο της το γάλα.
Μόνο τρεις τέτοιες αγελάδες υπάρχουν στον κόσμο, και κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς φυλάσσονται.

Η Μιράντα που είναι γκουρμεδοσέφ και κρατάει ανάλογη στήλη σε ένθετο Κυριακάτικης εφημερίδας, τις προμηθεύεται από σπουδαίο κονέ: έναν παλιό της γκόμενο που είναι Μασόνος.
Καλός, λίγο χλωμός, αλλά δεν μπαίνει στη Στοά ο ήλιος.

Ήταν να παντρευτεί με αυτόν, αλλά έψαχνε τρία χρόνια για δαντέλα νυφικού στη Μπριζ του Βελγίου, και όταν γύρισε, ο γκόμενος είχε παντρευτεί άλλη.
Δεν πειράζει όμως, κάθε εμπόδιο για καλό, τώρα τραβιέται με έναν κριτικό ταινιών, που ζει σε ένα loft στο Κολωνάκι.
Καλός, λίγο χλωμός, αλλά δεν μπαίνει στο Ideal ο ήλιος.

Μια φορά που βγήκα μαζί τους, η Μιράντα ξετρελάθηκε με τη μπλούζα που φορούσα.
Όταν της είπα πως την πήρα από τη Λαϊκή, νόμιζε πως τους δούλευα.

Της έδειξα την ετικέτα που έγραφε «Matoula fashion» και γέλασε με τις εκκεντρικότητες μου.
Ο κριτικός, από αυτή μου την εκκεντρικότητα με συμπάθησε πολύ.
Του θύμιζα την αυτοκαταστροφική ηρωίδα μια ταινίας του Μπουνιουέλ.

Σύντομα με γνώρισε σε έναν φίλο του που διατηρεί εργοστάσιο επίπλων.
Το γιαπί που έλεγα, αυτός το κατασκευάζει.

Έκανα σχέση μαζί του, αλλά κράτησε μόνο δυο εβδομάδες.
Μπούχτισα στον κόκορα εκτροφής, κι εγώ θέλω «Μιμίκος».

Μόλις του το είπα, ξενέρωσε μαζί μου αμέσως.
Που να ξερε ότι τα στρινγκ που φόραγα, τα πήρα σε ένα πανηγύρι.

- Ο Θεός δεν έχει γούστο.
- Αποκλείεται. Ο Θεός είναι τέλειος, δες πόσο ωραία έφτιαξε τη φύση, τα δέντρα, τα πουλιά, τον ουρανό, τον κόσμο ολόκληρο.
- Ναι, αλλά τι μάρκα είναι;

---

itsaousa.blogspot.com

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

... εμβόλια, ανοσίες, ανοησίες ...

Ελενα Ακρίτα

***

*

 «Να εμβολιαστεί κανείς

.

ή να μην εμβολιαστεί;»

*

... αναρωτιόταν ο Άμλετ σούρνοντας τη μαύρη μπέρτα του στο σάπιο βασίλειο της Δανιμαρκίας! «Ιδού η απορία» ανέκραζε μόνος του, διότι η Οφηλία - εντελώς αναξιόπιστο άτομο - δεν ήταν για να ανοίξεις ούτε σπίτι ούτε διάλογο. Κι επειδή οι κακές γλώσσες λένε ότι ο Άμλετ είχε φωτίσει το μαλλί δυο τόνους κι έγερνε επικινδύνως προς το πλατινέ, του γινόταν ακόμα πιο βασανιστικό το δίλημμά του.

Κι ο Άμλετ είχε για την πάρτη του δίλημμα. Εμείς που είμαστε τριμελής οικογένεια, έχουμε τρίλημμα. Να εμβολιαστούμε ή να μην εμβολιαστούμε; Τη βελόνα πώς να την αξιοποιήσουμε; Να κάνουμε ένεση ή να ράψουμε κουμπότρυπες;

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ (όχι των μικροβίων, οι κρατικοί) λένε να το πράξουμε το απονενοημένο. Την άκουσα χτες πάλι στην τηλεόραση τη φορέα: μόνο που δεν ήρθε σπίτι μου με την ενεσάρα.

Αγχώνομαι, μπερδεύομαι, προβληματίζομαι, αποσυντονίζομαι! Μιλάω με τον γιατρό μου:

- Να το ρημαδοκάνουμε, ναι ή όχι;

- Τι να σου πω, εγώ πάντως στην οικογένειά μου δεν το έκανα!

Εγώ γιατί να το κάνω στη δική μου οικογένεια, τσακωμένοι είμαστε; Η μανούλα μου κι ο γιόκας μας στο πηγάδι κατούρησαν; Κι αν η παρενέργεια παραφυλάει στα μαύρα σκοτάδια; Αν μας την έχει στημένη στην επόμενη γωνία; Αν κάνει ντου, βρε πονηρή, στα στέκια που αράζεις; Αφού κανένας δεν ξέρει από πού κρατάει η σκούφια της- της παρενέργειας πάντα;

ΛΕΝΕ ΚΑΤΙ ιατρικά συγγράμματα: «Το εμβόλιο Η1Ν1 2009 περιέχει αδρανοποιημένο ιό Η1Ν1»! Πες έτσι, να συνεννοηθούμε, χαρά μου! Πες το να το καταλάβουμε! Προχτές με τις κολλητές μου την καλή του κουβέντα είχαμετου
αδρανοποιημένου! «Τι να γίνεται αυτή η ψυχή, χαθήκαμε με τον Η1Ν1, ούτε φωνή ούτε ακρόαση!». Ωχ, μάνα μου! Ωχ μάνα μου, μάνα μου, μάνα μου, αγχώθηκα πάλι! Δεν θέλω να γίνω πειραματόζωο, χάμστερ για το καλό της επιστήμης! Ωχ μάνα μου, μάνα μου, μάνα μου!

ΓΙΑΤΙ ΟΛΟΣ αυτός ο ντουβρουτζάς είναι δεν είναι έξι μηνών υπόθεση! Ο ιός ταυτοποιήθηκε τον Απρίλη, φρέσκο πράγμα! Απρίλη μου ξανθέ (κι αυτός ξανθός) και Μάη μυρωδάτε, τι να κάνω, αγάπη μου; Τι να κάνω που ερωτώ κι απάντηση δεν βρίσκω: Πότε προλάβανε, πότε βγάλανε το εμβόλιο, πότε το τεστάρανε, πού το τεστάρανε; Και για ποιες κατηγορίες ατόμων είναι απαγορευτικός ο εμβολιασμός; Αυτό ποιος το γνωρίζει; Αυτό εμείς πότε θα το μάθουμε; Πριν το κάνουμε ή αφού τον κλάψουμε τον μακαρίτη;

Γιατί εδώ διαβάζω ότι το 1976 είχε ξαμοληθεί στην αγορά ένα εμβόλιο που αφορούσε συγγενή ιό κι έφερε τα γονίδια της γρίπης των χοίρων. Κι αυτό λέει, αποσύρθηκε τότε πυξ λαξ γιατί προκαλούσε ένα σπάνιο- και πολύ σοβαρόνευρολογικό σύνδρομο! Κατά τα άλλα, λειώνουμε ένα κρεμοσάπουνο την ημέρα για να απολυμαίνουμε τα χέρια μας. Έχουμε κλειστεί στα σπίτια μας κι όταν είμαστε στο τσακίρ κέφι, χτυπάμε έναν γύρο στο τετράγωνο να πάνε τα φαρμάκια κάτω!

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ βέβαια πάνε σχολείο! Μέσα στην τάξη βήχει ο διπλανός, φτύνει ο πισινός, καταρρέει ο έξω αριστερά! Ένα σχολείο ανοίγει, δέκα κλείνουν! Πήγανε τελειόφοιτοι πενταήμερες σε Βιέννη και Πράγα κι επιστρέψανε αποσυναρμολογημένοι:

σαν πλεϊμομπίλ ένα πράγμα! Τι θα κάνουμε; Πώς θα αντιδράσουμε; Ωχ, μάνα μου, μάνα μου, μάνα μου, αγχώθηκα πάλι!

Πες με τρελή, πες με ιδιότροπη, αλλά δεν τη θέλω, ρε παιδάκι μου, την παρενέργεια!

Δεν τη γουστάρω, πώς το λένε; Αρκετά ψήνεται στο γκριλ ο εγκέφαλός μας από κινητά και μόντεμ! Αρκετά τρώμε τρελές αγελάδες και άλλα βοοειδή! Αρκετά με τις ντομάτες που έχουν πάθει κρίση ταυτότητας και νομίζουν ότι είναι κομοδίνα!

Όχι ΚΑΙ αυτό, Βαγγελίστρα μου! Όχι μπρος γκρεμός (χοίρος) και πίσω ρέμα (εμβόλιο)! Βρείτε τα οι γιατροί, ξεκαθαρίστε τα, βάλτε τα κάτω, πάνω, αριστερά, δεξιά, όπου σας φωτίσει ο Μεγαλοδύναμος. Και μετά να το σηκώσω το μανίκι (στο μπράτσο γίνεται αυτό τώρα ή να πάθω επιπρόσθετη υστερία;)!

Αλλά για την ώρα, δεν θα πάρω! Χίλια συγγνώμη, αλλά μόλις έφαγα! Άντε βρε και περαστικά μας οι ανύπαντρες!

---

Σημ.: η εικονογράφηση έγινε με ευθύνη της Stavrovelonias

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

... "Φρδκρζκλμνξξξ" - σημαίνει πολλά ...

τσαούσα

***

*

Το βρακί της πεταλούδας

*

Αγαπητό μου εξημερολόγιο
προχθές το βράδυ έπιασα τζακ ποτ.

Τόσες νύχτες στα μπαρ, καρποφόρησαν.

Μου την έπεσε ένας Ιταλός, να τον βλέπει η Metro Goldween και να σκίζει τα συμβόλαια με τον Τζουντ Λο.

Τριανταδύο χρονών, διευθυντής σε παράρτημα Ιταλικής εταιρίας στην Ελλάδα.

Με ανεπιτήδευτο στυλ, το ντύσιμο που λατρεύω στον άντρα, τζιν, μακό μπλουζάκι, γαμάτες μπότες, δερμάτινο μπουφάν.

Και γούσταρα διπλά, που αν και μεγαλοστέλεχος εταιρίας φορούσε αυτά τα ρούχα.

Μπορεί βέβαια το μπουφάν του να κόστιζε όσο τα πλακάκια του μπάνιου μου μαζί με τα είδη υγιεινής και τα αφρόλουτρα, αλλά δεν είχε σημασία, με κοστούμι θα μου την έσπαγε.

Το κοστούμι μου αρέσει περισσότερο στα παιδιά εκείνου του μηνιάτικου που αισθάνεται τύψεις όταν φτάνει στα χέρια τους.

Σκάει μύτη με το κοστουμάκι ο υπάλληλος και σου μεταδίδει την αισιοδοξία του ότι μια μέρα θα φτάσει τόσο ψηλά που θα φοράει τζιν.

Στον φτασμένο το κουστούμι είναι ματαιοδοξία.

Την καταβρήκαμε με τον Ιταλό στα σκαμπό του μπαρ, οι φίλες μου έφαγαν το μανό τους απ΄ τη ζήλια, λυσσάξανε να του μοστράρουν τον κώλο τους μπας και τους δώσει λίγη σημασία, αλλά ο τύπος δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω μου.

Το βρακάκι μου είχε γίνει τόσο μούσκεμα, που πήγα στην τουαλέτα και το έβγαλα.

Τι άντρας ήταν αυτός;

Αν μου ζητούσε να πάμε σπίτι του μετά, θα του έλεγα «ναι» σε όλες τις γλώσσες.

Αλλά δεν μου είπε. Μου ζήτησε μόνο να συναντηθούμε την επόμενη μέρα.

Μ΄ άρεσε αυτό. Δεν ήταν λιγούρης το μωρό μου.

Αργότερα στο κρεβάτι μου, ευχαριστούσα το σύμπαν που με λυπήθηκε επιτέλους και μου πέταξε φιλέτο, γιατί με είχε ταράξει στο λαδερό.

Σκεφτόμουν τι θα φορούσα στο ραντεβού, πώς θα χτένιζα τα μαλλιά μου, διαολόστελνα που δεν είχα πάει για αποτρίχωση και θα έπρεπε να ξυριστώ κόντρα επί τρία για να γίνει το πόδι μάρμαρο.

Σεβασμός σε τέτοιους γκόμενους.

Ποιος ξέρει με τι θεές είχε πάει ο Βιττόριο -έτσι έλεγαν τον «είναι το μοναδικό κομμάτι που έχουμε» και θα διακινδύνευα να τον ξενερώσω με μια τρίχα;

Κατά τις 12 το μεσημέρι που ξύπνησα, ήπια καφέ και άνοιξα τη ντουλάπα μου.

Δοκίμασα ό,τι είχα και δεν είχα.

Τίποτα δε μ΄ άρεσε.

Ένα τρένο ρούχα και κανένα δεν ήταν άξιο να συναντήσει το Βιττόριο. Το ίδιο και τα παπούτσια μου.

Ντύθηκα και βγήκα στα μαγαζιά.

Δυο νοίκια χάλασα. Το παράκανα, αλλά ήθελα να έχω εναλλακτικές.

Δεν ξέρω τι ανώμαλη είμαι; Άμα θέλω να πάω κάπου ντυμένη άψογα, δεν μ' αρέσει τίποτα πάνω μου.

Μέχρι και τα καλοκαιρινά κατεβάζω απ΄ το πατάρι, ενώ έξω ρίχνει χιονόνερο.

Στο τέλος κατάκοπη σαν ψήστης, βάζω πάντα αυτό που είχα δοκιμάσει πρώτο και φεύγω αφήνοντας πίσω μου ένα Αραράτ ρούχα, χωρίς το Μωϋσή να τα συμμαζέψει.

Σήμερα όμως δεν θα την πάταγα.

Και τα 3 σετ που αγόρασα δεν παιζόντουσαν.

Πετάχτηκα στο κομμωτήριο για μια ρίζα, πέρασα απ' το γυμναστήριο, χτύπησα 10 σετ κοιλιακούς και άλλα τόσα γλουτιαίους και γύρισα το απόγευμα σπίτι να ρηλαξάρω λίγο πριν αρχίσουν οι μάσκες και τα μερεμέτια για το ραντεβού των 9.

Θα περνούσε να με πάρει κάτω από το σπίτι.

Ήμουν έτοιμη στις εννιά παρά εικοσιπέντε. Εξαιρετικά, γιατί σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα ήμουν έτοιμη στις έντεκα παρά εικοσιπέντε.

Την ξέρεις την πετριά μου.

Αρχίζω πάντα να ετοιμάζομαι την ώρα του ραντεβού και στήνω κόσμο αβέρτα.

Όμως εκείνο το βράδυ με κυρίευε το άγχος.

Άλλη φορά τέτοια κόμπλα με γκόμενο δεν είχα φάει.

Άνοιξα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και κατέβαζα μεγάλες γουλιές να χαλαρώσω.

Στις 9 ακριβώς, ο Βιττόριο και η ανακτημένη λόγω κρασιού, αυτοπεποίθηση μου, χτυπούσαν το κουδούνι.

Κατέβηκα κάτω άνετη και αποφασισμένη να πάρουμε απεριτίφ και πρώτο στα γρήγορα, για να περάσουμε στο κυρίως κρεβάτι.

Η καρδιά μου φτερούγισε.

Είχε βγει από το αυτοκίνητο και με περίμενε ακουμπισμένος στο φτερό.

«Ο Θεός είναι ένας και είναι Ιταλός» σκέφτηκα, την ίδια στιγμή που η αυτοπεποίθηση μου σταμάτησε ταξί κι έφυγε.

Ο τύπος άψογα ντυμένος, ήταν γαμάτα όμορφος.

Γάμα τα δηλαδή, γιατί μ΄ έπιασε η κόμπλα πάλι. Βοήθεια.
Άρχισα να αισθάνομαι σαν παλιοκρεμάστρα κάτω από τα ρούχα μου. Συγχρόνως ένιωθα τα πόδια μου να στραβώνουν γυρίζοντας προς τα μέσα, ενώ ο κώλος μου όλο και κατέβαινε να τακιμιάσει με το πεζοδρόμιο.

Πώς με κομπλάριζε έτσι αυτός ο άντρας;

Αναρωτιόμουν αν θα κατάφερνα να του αρέσω όσο μου άρεσε, ώστε να μπορέσω μετά να τον φτύσω, ή τη ροχάλα θα την έτρωγα πρώτη εγώ;
Αν δεν φτύσω εγώ τον γκόμενο, δεν τον ξεπερνάω ποτέ. Όσο και να μου αρέσει, κάποια στιγμή πρέπει να τον διώξω, γιατί αν το κάνει πρώτος, θα κολλήσω μαζί του.

Τη στιγμή που αποφάσισε να πέσει και το βυζί μου, με πλησίασε, μου χαμογέλασε και με φίλησε στο μάγουλο λέγοντας με σπαστά Ελληνικά:

«Καλησπέρα. Είσαι ακόμα πιο όμορφη σήμερα».

«Φρδκρζκλμνξξξ ...» απάντησα.

Μου άνοιξε την πόρτα και μπήκα στο αυτοκίνητο.

Αν πω τώρα ότι ήταν Πόρσε θα έχω πολύ θράσος;

Ε, ναι λοιπόν, Πόρσε ήταν.

Όχι, δεν μασάω με ένα ωραίο αυτοκίνητο.

Δεν λέω ο γκόμενος να οδηγεί Ντάτσουν με καρότσα γιατί σημειολογικά δεν μου ταιριάζει, αλλά από την εμπειρία μου ξέρω ότι ο άντρας που κυκλοφορεί με πολύ ακριβό αυτοκίνητο, συνήθως είναι μικροτσούτσουνος.

Οπότε τζιζ.

Εκείνη την ώρα έφαγα φλασιά.

Λες να την είχε μικρή; Λες η τελειότητα του να σταματούσε στην εμφάνιση και στην Πόρσε;

Γύρισα και τον κοίταξα.

Αυτός από τη θέση του οδηγού είχε ανάψει ήδη τη μηχανή και με ρωτούσε:

«Προτιμάς να φάμε κάπου έξω, ή σπίτι μου;»

«Σπίτι σου καλύτερα» απαντάω, καθώς τον κοιτάζω στα μάτια και ξεχνάω και τσουτσούνια και όλα.

Μου άρεσε τόσο πολύ, που και γαριδάκι να την είχε, θα του καθόμουνα και θα λεγα κι ευχαριστώ.
Ξεκινάμε και βάζει μουσική.

Όχι, ευτυχώς δεν έβαλε Ραματζότι ή Λούτσιο Ντάλα- και σόρι δηλαδή στους λάτρεις, αλλά όταν ακούω Ιταλική μουσική εύχομαι να είχα γεννηθεί κουφή.

Ροκ έβαλε το μωρό μου. Rory Gallagher. Και μάλιστα τσίτα, όπως τον άκουγα κι εγώ.

Πού ήξερε ότι τρελαίνομαι για Rory? Πόσοι ακούνε Rory σήμερα;

Θα με πέθαινε αυτός ο άντρας.

Άρχισα να συνέρχομαι.

Κάτι το κρασί που κατέβασα σπίτι, κάτι η μουσική, μου έφυγε το κατώτερο.

Έβαλα τα χέρια ενωμένα ανάμεσα στα μπούτια μου - μια κίνηση που τρελαίνει τα αρσενικά - και ξάπλωσα χαλαρά πίσω στο κάθισμα.

Ήταν μια από τις μελετημένες πόζες στον καθρέφτη, η λεγόμενη πόζα «συνοδηγού».

Δεν μιλούσαμε, κοιταζόμασταν για λίγο κι ύστερα ξαναχανόμαστε στο δρόμο και στην κιθάρα του Rory.

Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε σε μια τεράστια γκαραζόπορτα.
Ο Βιττόριο την άνοιξε με τηλεκοντρόλ και μπήκαμε μέσα.

Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και με ένα ασανσέρ βγήκαμε στην πόρτα κάποιου διαμερίσματος.

Πόρτα είπα; Λάθος.

Αν δεν είχε κλειδαριά, θα μπορούσε να είναι γλυπτό ύψους 2.20 μέτρων σε Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης.

Ξεκλειδώνει το γλυπτό και καλώς την πάλι την ανασφάλεια που τώρα είχε φέρει και παρέα.

Αυτό δεν ήταν σπίτι.

Ήταν το ίδιο το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, που είχε για πόρτα το γλυπτό που έλεγα.

Τεράστιος χώρος, πίνακες στους τοίχους παντού και κάτι χρωματιστά γλυπτά τριγύρω, φωτισμένα από περίεργες γωνίες.

Στη μέση σε ένα υπερυψωμένο στρογγυλό στοιχείο, βρισκόντουσαν δυο κατάλευκοι σουέντ καναπέδες.

Απέναντι ήταν αναμμένο ένα τζάκι που αν δεν είχε καμινάδα, θα ήταν επίσης γλυπτό.

Ο Βιττόριο πήρε το σακάκι που κρατούσα, το άφησε σε μια γωνιά, με τράβηξε από το χέρι και καθίσαμε στον κάτασπρο καναπέ.

Άρχισα να νοιώθω άβολα.

Φορούσα μαύρο παντελόνι και ανησυχούσα μην αφήσει χρώμα, γαμώ την ανασφάλεια μου και τα ρούχα του ZARA, γιατί τελικά δεν φόρεσα αυτά που πήρα, αλλά κάτι περσινά.

Εκείνος έβαλε μουσική και αμέσως ήρθε δίπλα μου.

Έσκυψε και με φίλησε. Τα ρέστα μου. Φιλούσε τέλεια.

Με ξαναφίλησε. Έλειωσα.

Σε λίγο σηκώθηκε, χάθηκε κάπου στο Μουσείο και εμφανίστηκε με ένα μπουκάλι πανάκριβο κόκκινο κρασί.

Εβαλε στα ποτήρια, ήπιαμε μια γουλιά και ξαναχάθηκε στο Μουσείο.

Στην προσπάθεια μου να χαλαρώσω λίγο, γιατί μετά το φιλί η κόμπλα και η ανυπομονησία μου μαζί είχαν πιάσει πάτο ή ταβάνι, δεν θυμάμαι, άρχισα να κατεβάζω το κρασί σαν φραπέ.

Μόλις γύρισε με ένα δίσκο ντελικατεσενιές τύπου Μπάγκινχαμ, είχα ήδη κατεβάσει 3 ποτήρια κρασί χωρίς ανάσα.

Βολεύτηκε δίπλα μου και άρχισε να μιλάει.

Τι έλεγε, ούτε που τον άκουγα.

Μόνο τον έβλεπα και μάλιστα διπλό.

Κουνούσα το κεφάλι και έπινα.

Η ώρα περνούσε, μιλούσε, με φιλούσε ενδιάμεσα κι εγώ κατάπινα κρασί, ώσπου από διπλός έγινε τετραπλός.

Ορίστε.

Ο γκόμενος που δεν χόρταινα να κοιτάζω μια ώρα νωρίτερα, στεκόταν μπροστά μου σε τέσσερα αντίγραφα.

Τι άλλο ήθελα;

Να κοιμηθώ!

Με τόσο κρασί, αντί να χαλαρώσω ήρθα κι έγινα ζελέ.

Με φίλησε με ιδιαίτερο πάθος αυτή τη φορά -νομίζω-.

Ζαλιζόμουν.

Μετά μου χάιδεψε τα μαλλιά και κάτι μου είπε με σιγανή φωνή. Δεν άκουσα τίποτα.

Όχι ότι θα άκουγα αν μιλούσε πιο δυνατά.

Σηκώθηκε και ξαναχάθηκε στο Μουσείο.

Παρατήρησα μες στην τύφλα μου ότι ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, αλλά και ξυπόλητος.

Γυρίζω με δυσκολία το κεφάλι και βλέπω το πουκάμισο του στον καναπέ και το βρακί μου μπερδεμένο στο λουράκι του παπουτσιού.

Πότε έγιναν όλα αυτά;

Βάζω τα χέρια πίσω και προσπαθώ να σηκωθώ.

Τα καταφέρνω. Κρατάω την πλάτη όρθια.

Δεν πηδηχτήκαμε, κάτι θα θυμόμουν, άρα μάλλον προφυλακτικά πάει να φέρει, οπότε ας συμμαζευτώ κάπως, σκέφτηκα.

Σηκώνω το χέρι με δυσκολία να στρώσω τα μαλλιά μου, αλλά το δωμάτιο και τα έργα τέχνης μαζί, τρέχουν γύρω μου με τρομερή ταχύτητα.

Ανακατεύομαι.

Όχι θεέ μου, μην ξεράσω σ΄ αυτό το Μουσείο, στο σπίτι αυτού του άντρα, γιατί αύριο ξενέρωτη θα κοπανιέμαι στα μάρμαρα για πάρτη του.

Μην ξεράσω, μην ξεράσω!

Και ξέρασα.

Πάνω στον κατάλευκο σουέντ καναπέ.

Τα 2 λίτρα κόκκινο κρασί έγιναν η λίμνη των κύκνων και άρχισαν να απορροφώνται γρήγορα αφήνοντας ένα τεράστιο βυσσινόμαυρο λεκέ.

Ξάπλωσα σχεδόν κλαμμένη στον καναπέ.

Σε λίγο είδα τον Ιταλό από πάνω μου.

Με τράβηξε απαλά, με σήκωσε στα δυο του χέρια και με πήγε αγκαλιά στην κρεβατοκάμαρα.

Με έγδυσε και μου έκανε έρωτα.

Μόνος του μου άνοιξε τα πόδια, μόνος του τα έκλεισε όταν τελείωσε.

Χαράματα που συνήλθα κάπως, ντύθηκα κι έφυγα χωρίς να με καταλάβει.

Τον είχα κιόλας ξεχάσει μαζί με το βρακί μου στο σαλόνι του.

Εκείνος θα με θυμόταν λίγο παραπάνω.

Τουλάχιστον μέχρι να του καθαρίσουν τον καναπέ.

---

ΔΕΙΤΕ ΤΟ - ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ

 http://www.youtube.com/watch?v=z1zsRRt1FWE
---

http://itsaousa.blogspot.com/

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

... σύμβουλος γάμου ...

tsaousa

***

*

Τα stage της ζωής μας

"Αγαπητή Tsaousa
με λένε Σοφία και είμαι παντρεμένη με τον Νίκο 5 χρόνια.

Εδώ και καιρό, ο γάμος μας άρχισε να βάζει νερά σαν υπόγειο ψιλικατζίδικο.

Θα μου πεις, όχι που δεν θα΄βαζε, αλλά λέμε τώρα.

Καμιά φορά οι γάμοι πετυχαίνουν, κι έλεγα μήπως μου τύχαινε το λαχείο.
Τελικά μου΄τυχε ο λήγοντας, γιατί αυτό είναι ο μέσος άντρας που παντρεύεται η μέση γυναίκα: ο λήγοντας.

Ο λήγοντας ο δικός μου, εκτός που ικανοποιείται να δουλεύει σαν σκλάβος, έχει και κόλλημα με το ποδόσφαιρο.

Ένα πρόχειρο παράδειγμα: έχουμε φίλους στο σπίτι για φαγητό, αυτός όμως ξεχνιέται στη δουλειά κι έρχεται λίγο πριν φύγουν. Τους φοράει τα παλτά και πάει για ύπνο.

Άλλο: παίρνω εισιτήρια για συναυλία αλλά τη βλέπω μόνη μου στην είσοδο, γιατί περίμενα κι εκείνος ξέχασε να έρθει.

Όταν όμως έχει ποδόσφαιρο στην τηλεόραση δεν το ξεχνάει ποτέ, και γυρίζει σπίτι από νωρίς με μια αγκαλιά σουβλάκια και εικοσιπέντε μπύρες.

Επειδή δούλευα στα Stage και απολύθηκα, δεν με παίρνει να τον χωρίσω.
Εκτός αν μας πάρουν πίσω, αλλά και πάλι.
Μόνο αυτό το πρόβλημα έχουμε, η υπόλοιπη σχέση μας δουλεύει ρολόι.

'Ετσι νόμιζα δηλαδή.
Μέχρι που έκανα τη μοντερνιά να κλείσω ραντεβού σε σύμβουλο γάμου.

Τι τον ήθελα τον σύμβουλο, ο Έλληνας δεν είναι για τέτοια, τα ζευγάρια εδώ συνεννοούνται μια χαρά με τα μπινελίκια για το ποιος θα κατεβάσει τα σκουπίδια, και με τη μούγκα στα σοβαρά θέματα.
Απέχουμε πολύ από τον πολιτισμό, και για να εξελιχθούμε ως άνθρωποι, θέλουμε μια αιωνιότητα και μια μέρα.

Μην κοιτάς που γεμίζει το Μέγαρο και τα γραφεία των ψυχολόγων.
Εδώ δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι γίνεται μέσα μας, και θα καταλάβουμε την τέχνη ή την ψυχανάλυση;

'Εκλεισα λοιπόν το ραντεβού με τον σύμβουλο γάμου, αλλά ο Νίκος μόλις του το είπα τσίνησε.
Προφανώς είναι χειρότερος από Έλληνας, αφού δεν ήθελε να πάμε ούτε για την ψευδαίσθηση του "ανήκουμε στη Δύση".

Φώναζε:

- Σοβαρολογείς; Να πάμε σε σύμβουλο γάμου για ένα ματς;

- Τριάντα ματς τον χρόνο, επί πέντε χρόνια που είμαστε μαζί, μας κάνουν 150 ματς. Επί 90 λεπτά το καθένα, μας κάνουν 13.500 λεπτά, δια 60, μας κάνουν 225 ώρες. Γι αυτές τις 225 χαμένες ώρες θα πάμε.

- Τις άλλες χιλιάδες ώρες που περάσαμε μαζί, τις ξεχνάς;

- Ποιες; Άμα αθροίσουμε τις ώρες που δουλεύεις, τις ώρες που παίζεις μπάσκετ και τις ώρες που κοιμάσαι, είμαστε μείον. Πέντε χρόνια παντρεμένοι, δεν έχουμε ζήσει ποτέ μαζί.

- Και πρέπει να δώσουμε στον σύμβουλο 100 Ευρώ, για να μου πει να μη βλέπω ματς, και να ασχολούμαι με κάτι πιο δημιουργικό μαζί σου; Δεν πάω πουθενά, αυτό το ξέρω και μόνος μου.

- Αφού το ξέρεις γιατί δεν το κάνεις;

- Τι δημιουργικό να κάνω μαζί σου ρε Σοφία; Γλυπτική, ή ντουέτο για βιολί και πιάνο; Το μόνο δημιουργικό που μπορούμε να κάνουμε μαζί, είναι να πλύνεις εσύ τα παϊδάκια κι εγώ να τα ψήσω.

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, γαμώ τα stage μου, γαμώ.

- Τόσο ρηχός είσαι λοιπόν;

- Κι η Λούτσα ρηχή είναι, αλλά είδες τι κόσμο μαζεύει.

- Θεέ μου, 5 χρόνια κάνω τα μπάνια μου στη Λούτσα!

Επειδή ως γνήσια μικροαστή σιχαίνομαι τη Λούτσα και τον Μπίθουλα, την επόμενη νταν επτά, ήμασταν στον σύμβουλο.
Μας άρχισε τις ερωτήσεις με το καλησπέρα σας:

- Nίκο για πες μου, αν η Σοφία έφευγε ένα μεγάλο ταξίδι, τι θα ένιωθες;

- Τι θα έκανα θα σας πω. Θα έβαζα ένα τεράστιο video wall και θα έβλεπα ποδόσφαιρο μέρα-νύχτα.

- Τον ακούτε; Συναισθηματικά ψόφιος.

Ο σύμβουλος ψυχρός σαν πύθωνας, συνέχισε τις ερωτήσεις.

- Εσύ Σοφία, αν ο Νίκος έφευγε ένα μεγάλο ταξίδι, τι θα ένιωθες;

- Σιγά μη τον άφηνα να πάει ταξίδι μόνος του.

- Την ακούτε; Τσιμπούρι!

Βγήκα από το κολλάν μου.

- Έτσι ερμηνεύεις την ανάγκη μου να είμαστε μαζί;;

Ο Νίκος δεν απάντησε, και ο πύθωνας συνέχισε:

- Σοφία είσαι ερωτευμένη με τον Νίκο;
- Ε;... Είμαι.

- Εσύ Νίκο;

- Κι εγώ... κι εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί της.

Ο πύθωνας πήρε φόρα:

- Τι σας κάνει να το πιστεύετε αυτό;

- Αν κοιτάξει άλλη γυναίκα θέλω να του βγάλω τα μάτια.

- Όταν ξετινάζει την πιστωτική, δεν της λέω τίποτα.

Εκεί ο πύθωνας μας δάγκωσε:

- Κι αυτό εσείς το λέτε έρωτα;

Εγώ κι ο Νίκος ξαφνικά, άκρα του τάφου στοργή.
Ο πύθωνας του πολιτισμού συνέχισε χωρίς ανάσα:

- Τώρα θέλω να μου πείτε κάτι άλλο. Σεξουαλικά πως πάτε;

- ...Σοφία θα πεις εσύ, ή να πω εγώ;

- Πες εσύ, γιατί εγώ δεν βρίσκω λόγια.

Παίρνει ένα ύφος σαν να τον κόβει στο δεξί του ο καβάλος, και απαντάει:

- Σεξουαλικά είμαστε και ναι και όχι. Πότε μου λέει ναι, πότε της λέω όχι.

- Βοηθήματα χρησιμοποιείτε;

- Τι να τα κάνουμε τα βοηθήματα; Λίγος της πέφτω;

- Δεν ξέρω, η Σοφία θα μας το πει αυτό.
Σοφία, σε ικανοποιεί απόλυτα ο Νίκος;

Τι να πω γαμώ τα stage μου γαμώ; Δεν περίμενα ότι μιά συζήτηση για το ποδόσφαιρο θα κατέληγε εκεί.

- Όταν λέτε με ικανοποιεί; ...;

- Για να απαντάς έτσι, μάλλον δεν σε ικανοποιεί.

- Κοιτάξτε, όχι, με ικανοποιεί.

Ο πύθωνας επέμενε:

- Σοφία πρόσεχε, αν εδώ που ήρθατε δεν πείτε την αλήθεια, δε θα μπορέσω να σας βοηθήσω.

- Τότε, δεν με ικανοποιεί.

Ο Νίκος έγινε Τούρκος, δηλαδή Μουσταφάς.

- Ώστε δεν σε ικανοποιώ!

Ο πύθωνας συνέχισε να σφίγγει:

- Πες μου εσύ τώρα Μουσταφά, η Σοφία σεξουαλικά, πληροί τις προσδοκίες σου;

- Ένα σας λέω: το αεροπλάνο Αθήνα-Θεσσαλονίκη, κάνει πιο πολλές στάσεις.

Σηκώθηκα έξαλλη και τον βούτηξα από τον γιακά.

- Γαμώ τα stage μου γαμώ, με πηδάς κάθε δυο μήνες και μιλάς;

- Ναι μωρή, κάθε δυο μήνες, γιατί είσαι κρύα σαν ψυγείο!

- Εγώ είμαι κρύα ρε κόκορα, που σε ένα λεπτό έχεις τελειώσει κι ανάβεις τσιγάρο;

- Ανάβω τσιγάρο για να ζεσταθώ!

- Ι ι ι ι ι ι ι !!!

Του πέταξα ένα αγαλματάκι του Φρόϊντ στο κεφάλι, αλλά πρόλαβε και τραβήχτηκε.

Δεν είμαι σίγουρη, γιατί πήρα την τσάντα μου κι έφυγα.

Τη νύχτα έμεινα στη μάνα μου, και από το σπίτι της σου γράφω.

Είμαι σοκαρισμένη.

Stage η δουλειά, stage και ο γάμος;

Τι γίνεται, γαμώ τα stage μου, γαμώ;

Και γιατί θέλω να γυρίσω πίσω και στα δύο;

Στο ένα πήδημα το δίμηνο για πλήρη απασχόληση, και στα 500 Ευρώ το μήνα χωρίς ένσημα;

Θέλω τα φώτα σου Tsaousa.

Αν ήμουνα Γαλλίδα τι θα έκανα;

Φιλικά,
Σοφία "

Απάντηση: Αν ήσουνα Γαλλίδα θα είχες ξεμπερδέψει κι απ΄τα δύο, σε ένα χρόνο.
Αλλά επειδή είσαι Ελληνίδα, κάνεις τη μιζέρια επιθυμία.
Μη νομίζεις, κι εγώ τα ίδια σκατά είμαι.
---

 

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

... ο Νταλάρας, ο Μητσιάς και η Ειρήνη ...

tsaousa

***

*

Η πίπα της Ειρήνης

*

Χθες ήταν τα γενέθλια μιας ξαδέλφης μου και σύρθηκα με το ζόρι στο σπίτι της.
Σε γενέθλια και γιορτές δεν πατάω σόλα, αλλά στην ξαδέλφη μου την Ειρήνη αν δεν πάω τη βούρτσισα.
Είναι ικανή να μου τηλεφωνεί καθημερινά επί ένα μήνα και να παραπονιέται ότι την έχω γραμμένη με ανεξίτηλο, δεν την αγαπάω καθόλου και αδιαφορώ που δεν της κάθεται γκόμενος, γιατί αν τη φτύνω εγώ, πώς να μη τη φτύνουν και οι γκόμενοι;

Στην πραγματικότητα οι γκόμενοι τη φτύνουν επειδή τους τσιμπουκώνει στο πρώτο ραντεβού, αλλά αρνείται να πηδηχτεί μαζί τους πριν τους γνωρίσει καλύτερα.

Αν ιδρυθεί Μουσείο Πίπας, θα πάρει το όνομα της: «Η πίπα της Ειρήνης».

Φτάνω σπίτι της κατά τις 7.

Μου ανοίγει, με αγκαλιάζει και μου σκάει ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.

Εκείνη τη στιγμή είδα μπροστά μου όλες τις πούτσες που έχει τσιμπουκώσει, φορτωμένες σε υπερωκεάνιο να με χαιρετάνε απ΄ το κατάστρωμα.

Μπαίνω στο σπίτι και παθαίνω δεύτερο σοκ.

Οι μόνοι άνθρωποι που είχαν έρθει να της ευχηθούν, ήταν η Κούλα και η Μέλπω.

ΚΟΥΛΑ: Καλώς την tsaousa!

ΜΕΛΠΩ: Τι δώρο ήφερες;

Αυτό που έχω εγώ δεν είναι σόι, το τσίρκο Medrano είναι.
Πάω κοντά, τις φιλάω -άφοβα αυτές - και κάθομαι στην πολυθρόνα έτοιμη να περάσω μια βραδιά τρελού σογιού.

ΜΕΛΠΩ: Εμείς εφέραμε σπανακόπιτα. Εσύ τι ήφερες;

ΕΓΩ: Ένα ουίσκι.

ΚΟΥΛΑ: Σαν τα μούτρα σου είναι η Ειρήνη μας, να πίνει;

Μακάριοι οι ζαβοί.

Τι άλλο να της έφερνα;

Η ξαδέλφη με ουίσκι απολυμαίνει το στόμα της.

Βέβαια ξηλώθηκα γιατί της πήρα 24άρι, αλλά χαλάλι, θα πετύχαινε καλύτερη αποστείρωση.

Σε λίγο καθόμασταν όλες μαζί στο σαλόνι και κοιταζόμασταν.

Από το cd ακουγόταν Νταλάρας και η Ειρήνη έδειχνε ικανοποιημένη που το σόι την τίμησε.

Έπινε και χαμογελούσε μουγκή. Τώρα το στόμα της δεν ήξερε να το ανοίξει.

Αν δεν έκανα παιχνίδι να περάσει η ώρα, θα αυτοκτονούσα δυναμώνοντας τον Νταλάρα.

Πάω κάθομαι ανάμεσα στη Μέλπω και την Κούλα και μοιράζω.

ΕΓΩ: Μέλπω πότε γεννήθηκες;

ΜΕΛΠΩ: Είμαι γεννηθείς το 29.

ΕΓΩ: Ήταν ωραία χρόνια τότε;

ΚΟΥΛΑ: Σκατά ήντουνε.

ΜΕΛΠΩ: Αμπαρωμένες σπίτι μνήσκαμε, στην ερημιά και στη μόνωση.

ΕΓΩ: Και άντρες πού βρήκατε;

ΜΕΛΠΩ: Άμα τι μου τονε θύμισες τον παλιάθρωπο τον άντρα μου;;

ΕΓΩ: Γιατί τον λες έτσι;

ΜΕΛΠΩ: Ολημερίς πίσω από ένα φουστάνι ήντουνε.

ΚΟΥΛΑ: Σήμερις με τα παντελόνια εσείς σωθήκατε.

ΜΕΛΠΩ: Της Κούλας δυό μαζί τις είχε.

ΕΓΩ: Γιατί δεν τους χωρίζατε;

ΜΕΛΠΩ: Και ποιος ε να μας τάιζε;

ΕΓΩ: Για το φαί μείνατε με τους άντρες σας;

ΚΟΥΛΑ: Εμ, τι, για τις τρίχες τους;

Το σιντί του Νταλάρα τέλειωσε ευτυχώς, αλλά η ξαδέλφη έβαλε το καινούργιο του Μητσιά.

Ο οποίος σε ένα στίχο του λέει πως δεν υπάρχει γυναίκα να της χαρίσει τη ζωή του.
Τι να τις κάνει ρε μαλάκα 2 βδομάδες ζωής η γυναίκα; Εκατό πενήντα χρονών είσαι.
Το ίδιο και η ξαδέλφη μου. Όχι ότι εγώ είμαι πιτσιρίκα, αλλά εκείνη μου ρίχνει πάνω από δεκαετία.
Με έναν αποτυχημένο γάμο στην πλάτη της επί Πλαστήρα, ψάχνει έναν άντρα λέει για να πηγαίνουν μαζί Σούπερ Μάρκετ.
Ζει γι αυτή τη στιγμή. Να ψωνίζουν παρέα.
Ξέρω γυναίκες να θέλουν άντρα για το πήδημα, για τα λεφτά, για τη μόστρα, για το φαί έστω όπως η Κούλα και η Μέλπω, άντρα για τον Σκλαβενίτη, δεν είχα ξανακούσει.
Της εξηγώ ότι αν δεν κόψει τα τσιμπούκια άμα τη εμφανίσει, δε θα βρει άντρα ούτε για το περίπτερο.
- Τι τον τσιμπουκώνεις μωρή μες στο αυτοκίνητο και μετά φεύγεις;
Κάτσε και γαμήσου τουλάχιστον, δείχνει αλλιώς.
- Δε γίνεται να πηδιέμαι με αγνώστους.
- Και μπορείς να χώνεις στο στόμα σου το πουλί τους;
- Λάμπουν οι άνθρωποι καλέ.
- Ρε είσαι 1.50 και εκτός από κοντή θα σε λένε και τσιμπουκλού.
- Με λένε εμένα κοντή;;
- Υπάρχει ταμπού για το θέμα, δεν καταλαβαίνεις;
- Που είμαι 1.50;
- Που τσιμπουκώνεις κόσμο. Δε λέω, δωρεάν λάβατε, δωρεάν δώττε, το γράφει και το Ευαγγέλιο, αλλά να έδινες κάτι άλλο καλύτερα; Δώστους μια ταμπακέρα στο πρώτο ραντεβού.
- Δε θα μου μείνει φράγκο!
- Και τι περιμένεις από τον τσιμπουκωμένο, μου λες;
- Να του αρέσει, να ξαναβγούμε και να κάνουμε σχέση.
- Για να τον τσιμπουκώνεις μετά στον Σκλαβενίτη;
- Άμα τα φτιάξουμε θα κοπούν αυτά.
Συμπέρασμα: Ο Νταλάρας και ο Μητσιάς ευνοούν τα τσιμπούκια, αλλά δεν κάνουν για σχέση.
---
http://itsaousa.blogspot.com/

 

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

... ο Μήτσος και η "Προστασία του Πολίτη" ...

tsaousa

***

*

Γράμμα στον Χρυσοχοΐδη, να πούμε

*

"Μιχάλη γεια. Κοίτα, με λένε Μήτσο και είμαι καλά. Βρίσκομαι στο πρώτο έτος της Αρχιτεκτονικής εδώ και δεκαπέντε χρόνια.
Δουλεύω παράλληλα σε βιβλιοπωλείο, οπότε πού χρόνος για διάβασμα;
Χέστηκα όμως. Πιο πολύ για τη μάνα μου το κάνω. Μου τσοντάρει χαρτζιλίκι και περνάω ζάχαρη. Βέβαια, σύντομα θα έχω πρόβλημα. Της έχω πει ότι η Αρχιτεκτονική είναι δεκαπέντε χρόνια, και φέτος περιμένει ότι θα πάρω πτυχίο. Κατά τα άλλα, εντάξει. Αραχτός στην πλατεία, κάνα μπυρόνι, καμιά συζήτηση με τα παιδιά, κάνα χαμούρεμα με τη Μαρία σπίτι της, καμιά βραδιά πολιτισμού με τον ΣΥΡΙΖΑ, κάνα κλωτσόμπουνο, κάνας προδότης δημοσιογράφος, περνάει η ζωή ωραία. Διορθώνω. Περνούσε ωραία. Γιατί ήρθες εσύ και την έκανες τραχανά ξινό και άβραστο.

Ρε Μιχάλη πώς την έχεις δει; Έχεις πιει εσύ ποτέ μπυρόνια στα Εξάρχεια; Έχεις φάει Μολότοφ στην καρκάνα;
Έχεις δώσει σε τζάνκι ψιλά για να πάρει τυρόπιτα;
Όχι.
Άρα, με ποιο δικαίωμα έρχεσαι σε ένα μέρος που δεν γουστάρεις και χαλάς τη σκηνογραφία;

Γέμισες την πλατεία και τα στενά κωλόμπατσους.
Περνάει ο Μπίλι ο "Ήρων" και κάνει τον πλασιέ σε βιβλία μαγειρικής.
Μπαίνει ο Σήφης στις αντρικές να γίνει, και όταν βγαίνει περπατάει πιο ευθεία κι από την παρέλαση που έκανε στο Δημοτικό.
Σχολάει το ΟΚΑΝΑ και πάνε όλοι σπίτια τους.
Κρύβουν τα μολόφια στα υπόγεια, οι γκόμενες χτενίζονται, οι περίοικοι πάνε από το πεζοδρόμιο, αντί για τοίχο-τοίχο.
Και άκου να ανατριχιάσεις: ο περιπτεράς αγόρασε καινούργιο αυτοκίνητο λέει, και έχει σκοπό από Δευτέρα να κατέβει μ΄ αυτό κάτω.
Έλεος!
Καιρός είναι δηλαδή, να αρχίσουν να βάφουν και τις προσόψεις των πολυκατοικιών, να σκεπαστεί το σύνθημα με πλαστικό, να μην το ξαναδεί ο ήλιος.
Κοίτα Μιχάλη.
Καταλαβαίνω πως θες να κάνεις καλά τη δουλειά σου.
Σκουλήκι της εξουσίας είσαι, αλλά η δουλειά είναι ιερό πράγμα.
Και θα το σεβαστώ.
Αλλά σου λείπει το ταλέντο. Η φαντασία. Η τσαχπινιά.
Θες τον μπάτσο στη γωνία; Βάλτον, αλλά κράτα τις ισορροπίες.
Δώστου να μοιράζει κάνα γλυκό, κάνα κομμάτι πίτσα.
Θα το πάρει ο άλλος και θα νιώθει υποχρεωμένος μετά.
Άσε που την επόμενη ημέρα θα τον ψάχνει με το μάτι.
Ξαναέχε τον στην ίδια γωνία με καραμέλες.
Δεν σου λέω να κάνεις έξοδα. Απλά πραγματάκια.
Κι αφού γουστάρεις, βάλε και στην άλλη γωνία, δυο μπάτσους. Αλλά όχι με στολή.
Ντύστους μικροπωλητές, γκέι ζευγάρι, αλλοδαπούς, ό,τι θέλεις. Υπάρχουν αμέτρητες επιλογές.
Βάλε και πέντε στην κάτω γωνία να κάνουν τους ψυχολόγους της θεραπευτικής κοινότητας, και καθάρισες.
Θες πιο πολλούς μπάτσους;
Πάρε το franchise του ΒΕΝΕΤΗ, άνοιξε ένα φούρνο στην πλατεία και χώστους όλους μέσα να κάνουν τους υπαλλήλους.
Αρκεί να μη μας προκαλείς.
Σκλαβωμένοι άνθρωποι είμαστε συνειδησιακά Μιχάλη, και η παρουσία των μπάτσων μας τρομάζει.
Δεν νιώθουμε ελεύθεροι και η στολή μας καταπιέζει.
Φταίμε δεν φταίμε, νιώθουμε ένοχοι.
Χώρια που συνηθίσαμε τα Εξάρχεια ως Εξάθλια.
Για μας οι αναρχικοί είναι pets, οι dealers το άλλοθι μας, οι φωτιές και τα σπασμένα είναι η ελπίδα μας για κάτι νέο.
Κάτω η τρομοκρατία των μπάτσων!
Ζήτω η ατομική τρομοκρατία!
Υ.Γ.: Εκτός κι αν τους γράψεις όλους στο μπαλέτο και γίνουν άνθρωποι.

Ειλικρινά δικός μου.

Μήτσος."

*

Aπάντηση του Χρυσοχοΐδη στον Μήτσο

*

"Αγαπητέ Μήτσο, ευχαριστώ για το γράμμα σου. Με την ευκαιρία, να σου ευχηθώ χρόνια πολλά για την ονομαστική σου εορτή, αλλά και τη φοίτησή σου στο Πολυτεχνείο.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο καλύτερη θα ήταν η Αστυνομία αν κάθε πολίτης έστελνε τις προτάσεις του όπως εσύ. Θα τις διαβάζαμε όλες προσεκτικά και θα αποφασίζαμε ποιες θα περάσουμε και ποιες θα κόψουμε. Ακριβώς όπως κάνουν τα κανάλια στις προτάσεις των σεναριογράφων. Και φυσικά, τις καλύτερες θα τις παίζαμε στο prime time, δηλαδή 9-12 το βράδυ. Μία η ώρα θα ήμασταν όλοι στα κρεβάτια μας. Αλλά ο πολίτης βαριέται, η Αστυνομία στερείται ταλέντου, και φτάσαμε στο σημείο να παίζουμε συνέχεια το ίδιο και το ίδιο ξύλο. Γι αυτό, η πρόταση σου έκανε μεγάλη εντύπωση στο σώμα.

Πλούσια σε ιδέες και χαρακτήρες.

Βέβαια, δεν προσδιόρισες το είδος, και είχαμε μια σύγχυση.

Άλλος θεωρεί ότι μας υπέβαλλες κωμωδία, και άλλος δράμα.

Προσωπικά, με την πείρα που έχω, νομίζω ότι ο χαρακτηρισμός Δραματική κομεντί είναι ο σωστός.

Π.χ. η ιδέα να πάρουμε το franchise του Βενέτη βγάζει γέλιο.

Το ότι δεν μας το δίνει  ο  Βενέτης, είναι δράμα.

Συζητήσαμε διεξοδικά το θέμα με τις πίτσες.

Βρήκαμε μάλιστα και χορηγό την Pizza Hut, αλλά τελευταία στιγμή αλλάξαμε γνώμη.

Η εταιρία απαιτούσε πάνω από το κράνος να φοράμε σομπρέρο.

Σκέψου τώρα ο Παπαχρήστος εκτός από το κράνος, να πρέπει να μας βγάλει και το σομπρέρο.

Θα κάνει κοιλιά το βίντεο, δεν θα το δει κανείς.

Σκεφτήκαμε ότι η ιδέα σου για τις μεταμφιέσεις ήταν καλύτερη.

Απευθυνθήκαμε στο Βεστιάριο που νοικιάζει κοστούμια για τηλεόραση, θέατρο κ.λ.π. αλλά τα περισσότερα είναι θεματικά.

Αντουανέττες, Κυρίες των τιμών, Μεσοπόλεμος, Τσολιάδες, Αγιοβασίληδες.

Καταλαβαίνεις ότι με αυτά τα κοστούμια δεν θα βρίσκαμε τα ανάλογα παπούτσια.

Αντουανέττα ας πούμε με παπούτσι νούμερο 45, δεν έχουν.

Σε Τσολιά και Αγιοβασίλη βρήκαμε, αλλά δεν συμφωνούσαν τα παιδιά.

Παρότι λοιπόν, δεν μας έκανε κάποια από τις ιδέες σου, καταλήξαμε σε κάτι το οποίο δεν θα σκεφτόμουν ποτέ αν δεν μου έστελνες γράμμα.

Ήρθα σε επαφή με τον ΑΝΤ1 και υπογράψαμε συμβόλαιο για τα κορίτσια στου Next Top Model.

Όλα τα κορίτσια που είναι τώρα στο σπίτι, αλλά και όσα κόπηκαν στα προκριματικά, δηλαδή 35 στό σύνολο, εντάσσονται στο τιμημένο σώμα μας και θα αναλάβουν τις βάρδιες των Εξαρχείων από την πρώτη Ιανουαρίου.

Ο Βασίλειος Κωστέτσος σχεδίασε ήδη τις στολές και σου στέλνω ένα αντίγραφο.

Νομίζω ότι είχα την ιδέα του αιώνα, δεν υπάρχει δηλαδή, θα κάνω ΤΗΝ τομή, τομή για στρινγκ, τα πάντα όλα.

Και να δω ποιος θα τολμήσει να μιλήσει για αστυνομοκρατία στα Εξάρχεια.

Ποιος αναρχικός θα κρατάει μολότοφ και όχι το πουλί του.

Ποιος μακρυμάλλης δεν θα κουρευτεί να φανεί η ομορφιά του.

Ποιο βαποράκι θα πουλάει πρέζα και όχι λουλούδια.

Ποιος δεν θα πει τη Γάζα, Γάζα, και την Περιστέρα, Μόνικα.

Με εκτίμηση

Μ. Χρυσοχοΐδης.

ΥΓ.

Αν έχεις καμιά ιδέα για show στείλε την, σκέφτομαι κάτι για τις Κυριακές."

---

itsaousa.blogspot.com

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

... για καναπέδες; Στο υπουργείο Παιδείας ...

Ελενα Ακρίτα

***

*

Λόγια του αέρα

.
*
- ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ αγοράσω καινούργιο καναπέ!

Αυτός που έχω βούλιαξε!

- Βρήκε σε παγόβουνο;

- Ναι, στον Θανάση! Είκοσι χρόνια τώρα κάθεται πάνω του πίσω από μια εφημερίδα. Είκοσι χρόνια έχω να τον δω τον άντρα μου. Προχθές σηκώθηκε για κατούρημα και σκιάχτηκα. Έκανε καράφλα κι οι πέντε τρίχες που του απέμειναν είναι τώρα γκρι σουρί! Βούλιαξε ο καναπές, βούλιαξε και ο Θανάσης!

- Τιτανικός!

- Το Λεονάρντο ντι Κάπριο παντρεύτηκα το 1989, ο μπάρμπα Στάθης ξεπρόβαλε απ΄ το ένθετο της εφημερίδας το 2009! Κι επειδή δεν μπορώ να πάω τον Θανάση για απόσυρση...

- Ποιος τον παίρνει άλλωστε...

- Θα αγοράσω καναπέ!

- Ιταλικό να πάρεις!

- Σιγά μην πάρω και τον Μπερλουσκόνι!

- Οι ιταλικοί είναι αθάνατοι!

- Και ο Θανάσης! Δυστυχώς!

- Έχει φθηνούς σε προσφορά στα μεγάλα πολυκαταστήματα!

- Ποια λες; Αυτά που πρέπει να πάρω τον τριθέσιο, να τον κόψω στον ώμο και να τον κουβαλήσω μόνη μου;

Που βλέπω κάτι κάθιδρους φουκαράδες, ερείπια, να σέρνουν τις καρακουτάρες μέχρι το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου; Οι δούλοι στις πυραμίδες καλύτερα περνάγανε!

- Τότε πού σκέφτεσαι να πας για καναπέ;

- Στο υπουργείο Παιδείας!

- Πουλάνε καναπέδες στο υπουργείο Παιδείας;
- Ωραιότατους!

- Πώς νόμιζα ότι εκεί είναι για να μαθαίνουν τα παιδιά μας γράμματα;

- Καλά, εσύ νόμιζες ότι ο Νεύτωνας είναι μπιραρία στα Σεπόλια!

- Και ποιος σου το είπε εσένα αυτό;

- Η κυρία Διαμαντοπούλου. Μπήκε μέσα να αναλάβει καθήκοντα κι έμεινε αφώνου και αναύδου από τη χλιδή και την πολυτέλεια. Έξι τεράστιοι καναπέδες μαύροι δερμάτινοι, υφάσματα ολομέταξα...

- Ευκαιρία να ραφτώ...

- Βαρύτιμα χαλιά...

- Πες μου πού πουλάν χαλιά να σου πάρω δυο...

- Κρύσταλλα, ασημικά και πολυέλαιοι...

- Ο Νίκος Χατζηνικολάου είπε ότι το γραφείο αυτό είναι σαν του Εμίρη του Κατάρ!

- Ο εμίρης είχε κατσικωθεί και ο κακομοίρης πλήρωνε! Άκου ο Εμίρης του Κατάρ! Την Κατάρ μου να ΄χουν τα βόιδια. Τέλος πάντων, η κυρία Διαμαντοπούλου είπε ότι θα τους πουλήσουν γιατί σέρνεται κι ένα δημόσιο έλλειμμα στην πιάτσα!

- Ξέρεις αν πουλάνε και σκρίνια; Θέλω ένα σε μπρονζέ...

- Άσε τα αυτοκίνητα! Δεν ξέρω πόσα εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο πλήρωνα η φορολογούμενη για τις τζιπάρες και τις λιμουζίνες του κάθε ανθυποδιοικητή!

- Ένας λέει ζήτησε να του πάρουν Πόρσε. Κι ένας μητροπολίτης είχε τζιπ κτηνώδους κυβισμού. Χώρια οι οδηγοί, οι συνοδοί, τα ρεκτιφιέ, μπουζιά, λάδια, πλατίνες!

- Γύρω στα 50 χιλιάρικα έκαστο, την Πόρσε μου μέσα!

- Θέλω κι εγώ μια Πόρσε μπρονζέ να δένει με το σκρίνιο!

- Να πας στη Βουλή, θα κάνουνε μπαζάρ! Θα αραδιάσουν εκεί όλα τα σεμνά και ταπεινά της τελευταίας πενταετίας!

- Κι εγώ που νόμιζα ότι πλήρωνα για νοσοκομεία και σχολεία;

- Καλά, εσύ νόμιζες ότι το υβριδικό αυτοκίνητο βγαίνει από το «ύβρις». Ότι του λες άι σιχτίρ για να πάρει μπρος!

- Τα παλιά αμάξια θα πάνε για απόσυρση;

- Ναι! Θα βάλω στον Θανάση μια εξάτμιση στο στόμα και θα τον στουμπώσω μέσα στις σακαράκες μπας και μπερδευτούνε και τον πετάξουνε σε καμιά χωματερή!

- Κι όταν πας να αγοράσεις καναπέδες σε εξυπηρετεί η ίδια η κυρία Διαμαντοπούλου;

- Η ολόιδια! Και στο ταμείο κάθεται η Λούκα Κατσέλη!

- Θα ΄ρθω κι εγώ! Πώς το είπε ο Παπανδρέου;
- «Πάμε»!

- Πάμε σαν άλλοτε με βάρκα την ελπίδα... Πάμε να αλλάξουμε ζωή!

- Και καναπέδες, χαρά μου! Και καναπέδες!
---
Σημ.: η εικονογράφηση έγινε με ευθύνη της Stavrovelonias

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

... Ε.Μ.Υ.νόπαυση ...

tsaousa

***

*

Το συγκαίεις το παστέλι;

*

Αγαπητή Μετεωρολογική Υπηρεσία,
άντε και γαμήσου με τις προγνώσεις σου.

Σου ζήτησε κανείς να μας πεις ότι τις επόμενες μέρες θα κάνει τέτοιο καύσωνα που θα λειώσουν κι οι σαγιονάρες μας;
Μου χώνεις στη μάπα ένα χάρτη με τη χώρα στα κάρβουνα και τρελαίνομαι.

Δεν θέλω να ξέρω μαντάμ τι καιρό θα κάνει.
Αν γουστάρεις να ενημερώσεις ντε και καλά, πάρε τηλέφωνο τους αγρότες και τους καπετάνιους, αν δεν τους βρεις άσε μήνυμα στον τηλεφωνητή κι όταν γυρίσουν θα το ακούσουν, ή πες τους να σε πάρουν πίσω, αλλά σε μένα κάνε μόκο.

Αγχώνομαι μωρή μαλάκω, αγχώνομαι.
Τρεις ημέρες με 40 και 43 βαθμούς, δεν λες «θα έχουμε καύσωνα», αυτό που πρέπει να πεις είναι «θα ξεραθεί η κωλοτρυπίδα μας», αλλά η Ναταλί η Κάκαβα τέτοιο πράγμα δε λέει.
Κι εμένα μου τη σπάει να μιλάει για καύσωνα κι εγώ μετά να ψάχνω μόνη τρόπους να το πω τον κώλο μου χωρίς να τον τρομάξω.

Μακάρι να μην ήξερα τίποτα.
Θα ξυπνούσα την πρώτη μέρα, θα βλεπα την κωλόζεστη και θα λεγα «γαμιέται, αλλά αύριο θα'; ναι καλύτερα».
Τη δεύτερη μέρα θα λεγα «άντε ρε πούστη και σήμερα» και την τρίτη μέρα θα'; χα μαστουρώσει πια, δε θα καταλάβαινα τίποτα.
Θα ξυπνούσα τη Δευτέρα με τη δροσούλα και θα μουνα κυρία.

Πες μια φορά μωρή Τρομοκρατική Υπηρεσία, ότι χάλασε ο δορυφόρος και δε βρίσκεις όχι τι καιρό θα κάνει, αλλά ούτε το στυλό σου κι άσε με να ζήσω ξένοιαστα.

Τακούνια. Μας λες κι από πάνω ότι θα έχουμε ανέμους 7 και 8 μποφόρ.
Δηλαδή να σκέφτομαι και τις φωτιές;

Ωραίο πράμα.
Να σκας από τη ζέστη και να σκέφτεσαι φωτιές. Καλημέρα Ναγκασάκι.

Το ξέρεις μωρή ότι εδώ που μένω έχει δάσος δίπλα;
Το ξέρεις ότι όποτε φυσάει καπνίζω το τσιγάρο μου ανάποδα, με την καύτρα μες στο στόμα, μην πάρουμε καμιά φωτιά;
Βλέπω τον γείτονα να βγάζει το σκύλο βόλτα και τον παίρνω από πίσω να δω αν θα ανάψει τσιγάρο.
Του πάω τασάκι με νερό να το σβήσει και του λέω κι ευχαριστώ που μου δίνει τη γόπα του.

Άσε με μωρή σαδίστρω Μετεώ, μη μου το λες.
Άμα δω ότι φυσάει θα κάνω το κουμάντο μου εκείνη την ώρα.
Πρέπει να το σκέφτομαι από τώρα;

Δε μπορώ, βαρέθηκα α
γαπητή Μετεωρολογική υπηρεσία, κακό χρόνο να' χεις.

ΥΓ.
Τώρα που το θυμήθηκα.
Μην ξανακούσω κανένα να αποκαλεί καλοκαίρι το καλοκαίρι, θα στείλω τη Σέχτα να του χαρίσει το τρίτο μάτι.

---

http://itsaousa.blogspot.com/

Profile

stavrosx1 Σταύρος X.
Αθήνα
Το προφίλ μου

... τυμβωρύχος εξ-ερευνητής...

Powered by pathfinder blogs