... ο Θεός δεν έχει γούστο ...
τσαούσα
***
*
Γούστο μου και καπέλο μου
*
- Ο Θεός είναι gay.
- Αποκλείεται. Ο Θεός είναι τέλειος, δες πόσο ωραία έφτιαξε τη φύση, τα δέντρα, τα πουλιά, τον ουρανό, τον κόσμο ολόκληρο.
- Αυτό λέω. Είναι διακοσμητής.
Από τη νέα ταινία του Woody Allen με τίτλο "Whatever works".
Εγώ ξέρω ανθρώπους που είναι καλύτεροι απ΄τον Θεό.
Γνωρίζω ζευγάρι που έχει διακοσμήσει το σπίτι του κομμάτι-κομμάτι.
Το αγόρασε, και έκανε δυο χρόνια να μπει μέσα.
Μέχρι τότε έμενε στο νοίκι.
Καταρχάς, η είσοδος.
Τι έβαλαν στην είσοδο του σπιτιού;
Στο σημείο που έπρεπε να υπάρχει το τέταρτο πόδι, βρίσκεται ένα χρυσαφί τούβλο.
Η επίπεδη επιφάνεια του επίπλου, καλύπτεται με μαύρο αγυάλιστο μάρμαρο, ενώ οι προσόψεις των συρταριών, είναι από ακατέργαστο ξύλο.
Μέσα στην αγκίθα και τη φουσκάλα τα χέρια του ζευγαριού.
- Ωραίο το γιαπί.
- Το λατρέψαμε από την πρώτη στιγμή που το είδαμε!
- Άμα μπει η κουζίνα και το μπάνιο θα το νοικιάσετε;
Δεκάξι μήνες έψαχναν γι αυτό το πράμα.
Με τα λεφτά που πέταξαν στα περιοδικά διακόσμησης, και τις βενζίνες μέχρι να το βρουν, παίρνανε γκαρσονιέρα με το κλειδί στο χέρι.
Θα μου πεις, με τα ίδια περιοδικά και τις βενζίνες, βρήκαν και το καθιστικό τους.
Έναν τεράστιο γωνιακό καναπέ, από δέρμα κόκορα.
- Πόσο τον πήρατε τον καναπέ;
- 10.000 Ευρώ.
- Δια εκατό κόκορες που έχει σίγουρα επάνω, σας ήρθε 100 Ευρώ ο κόκορας.
Δια δυο κιλά που πάει ο καθένας, 50 Ευρώ το κιλό.
Τουλάχιστον σας δώσανε το κρέας τους;
Δεν τους το δώσανε.
Άλλωστε, αυτοί για να φάνε κόκορα, πρέπει να είναι εκτροφής από το πασίγνωστο αγρόκτημα «Royal Chicken's College» μεγαλωμένος με λευκή τρούφα, και κρόκο Κοζάνης.
Διακόσια Ευρώ ο κόκορας, και δεν μπορείς να κάτσεις και πάνω του.
Το ίδιο αγρόκτημα προτιμάει και η φίλη μου η Μιράντα, που τον μαγειρεύει σε κατσαρόλα Phillipe Stark, με κουτάλα Dior Maison, φορώντας ποδιά Channel.
Τον φτιάχνει ωραίο όμως.
Κοκκινιστό με ντοματάκια Σαντορίνης, και χυλοπίτες που φτιάχνει η αγελάδα αυτοπροσώπως από το ίδιο της το γάλα.
Μόνο τρεις τέτοιες αγελάδες υπάρχουν στον κόσμο, και κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς φυλάσσονται.
Η Μιράντα που είναι γκουρμεδοσέφ και κρατάει ανάλογη στήλη σε ένθετο Κυριακάτικης εφημερίδας, τις προμηθεύεται από σπουδαίο κονέ: έναν παλιό της γκόμενο που είναι Μασόνος.
Καλός, λίγο χλωμός, αλλά δεν μπαίνει στη Στοά ο ήλιος.
Ήταν να παντρευτεί με αυτόν, αλλά έψαχνε τρία χρόνια για δαντέλα νυφικού στη Μπριζ του Βελγίου, και όταν γύρισε, ο γκόμενος είχε παντρευτεί άλλη.
Δεν πειράζει όμως, κάθε εμπόδιο για καλό, τώρα τραβιέται με έναν κριτικό ταινιών, που ζει σε ένα loft στο Κολωνάκι.
Καλός, λίγο χλωμός, αλλά δεν μπαίνει στο Ideal ο ήλιος.
Μια φορά που βγήκα μαζί τους, η Μιράντα ξετρελάθηκε με τη μπλούζα που φορούσα.
Όταν της είπα πως την πήρα από τη Λαϊκή, νόμιζε πως τους δούλευα.
Της έδειξα την ετικέτα που έγραφε «Matoula fashion» και γέλασε με τις εκκεντρικότητες μου.
Ο κριτικός, από αυτή μου την εκκεντρικότητα με συμπάθησε πολύ.
Του θύμιζα την αυτοκαταστροφική ηρωίδα μια ταινίας του Μπουνιουέλ.
Σύντομα με γνώρισε σε έναν φίλο του που διατηρεί εργοστάσιο επίπλων.
Το γιαπί που έλεγα, αυτός το κατασκευάζει.
Έκανα σχέση μαζί του, αλλά κράτησε μόνο δυο εβδομάδες.
Μπούχτισα στον κόκορα εκτροφής, κι εγώ θέλω «Μιμίκος».
Μόλις του το είπα, ξενέρωσε μαζί μου αμέσως.
Που να ξερε ότι τα στρινγκ που φόραγα, τα πήρα σε ένα πανηγύρι.
- Ο Θεός δεν έχει γούστο.
- Αποκλείεται. Ο Θεός είναι τέλειος, δες πόσο ωραία έφτιαξε τη φύση, τα δέντρα, τα πουλιά, τον ουρανό, τον κόσμο ολόκληρο.
- Ναι, αλλά τι μάρκα είναι;
---
itsaousa.blogspot.com

Το νησί...
Γνωρίζουμε λίγο-πολύ την άποψη πολιτικών και ιστορικών της Δύσης για το Σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ της 23ης Αυγούστου 1939 και το μυστικό πρωτόκολλο που το συνόδευε. Απετέλεσε το πράσινο φως για την επίθεση του Χίτλερ στην Πολωνία και την- προσωρινή έστω- εξαφάνιση της χώρας από τον χάρτη. Μας είναι όμως σχετικά άγνωστη η εκτίμηση που κάνει η σημερινή Ρωσία σε εκείνο που επί σοβιετικού καθεστώτος είτε έμενε ταμπού είτε χαρακτηριζόταν ως απόσταγμα της διπλωματικής ιδιοφυΐας του Στάλιν. Πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής ότι η Μόσχα αναγνώρισε δημόσια ότι υπήρξε μυστικό πρωτόκολλο μόνο τον Δεκέμβριο 1989. Ας σημειωθεί επίσης ότι ιστορικοί αναλυτές, όπως ο Αλεξάντρ Γιάκοβλεφ, επιμένουν ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν άρχισε την 1η Σεπτεμβρίου 1939 αλλά στις 23 Αυγούστου, δηλαδή την ημέρα της υπογραφής του Συμφώνου.
Η huzun είναι ιδιαίτερα αισθητή στο "Μουσείο της αθωότητας" , το τελευταίο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ (φωτό). Βοηθάει το θέμα του, ο γάμος της Σιμπέλ με τον Κεμάλ, ο οποίος λίγες ημέρες πριν παντρευτεί γνωρίζει και ερωτεύεται τη Φουσούν. Βοηθάει η κατάσταση του συγγραφέα, που ξέρει ότι η χώρα του έχει όλο και λιγότερες πιθανότητες να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και γι΄ αυτό δεν φταίνε μόνο η Μέρκελ και ο Σαρκοζί. Βοηθάει και η πόλη, η ζωντανή και συνεχώς μεταβαλλόμενη Ισταμπούλ, που στο βιβλίο αυτό δεν είναι απλώς ένας τόπος, ένα σκηνικό, αλλά μια διαστρωμάτωση πολιτισμών, το ελαστικό χωνευτήρι της ίδιας της ζωής, όπως λέει ο Κλάουντιο Μάγκρις που είχε μια συζήτηση με τον Παμούκ για λογαριασμό της Κοριέρε ντέλα Σέρα.
Ναι, τη θάλασσα. «Αν με ρωτούσαν, "και τώρα, πώς θα ήθελες να σε σκοτώσουμε, πού θα προτιμούσες να πεθάνεις;", θα απαντούσα "σκοτώστε με την ώρα που βρίσκομαι στη θάλασσα, την ώρα που κολυμπάω και αγκαλιάζω τον ωκεανό"», λέει ο Παμούκ. «Αγκαλιάζεις τη θάλασσα όπως αγκαλιάζεις τη μάνα σου, αυτό κάνουν ο Κεμάλ και η Φουσούν προς το τέλος του βιβλίου όταν κολυμπούν, κι αυτό νομίζω πως είναι η ευτυχία». Ίσως, απαντά ο Μάγκρις. Αλλά η ευτυχία δεν βρίσκεται πάντα στην υπέρβαση, μερικές φορές συναντάται και σε κανονικές καταστάσεις, η Σιμπέλ είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο γοητευτική από τη Φουσούν.
Τα διλήμματα περί αυτοπροσδιορισμού μέσω της κατανάλωσης πάντα με γυρίζουν πίσω στις σκηνές της συγκεκριμένης ταινίας. Εκεί, σε αυτούς τους μονολόγους - και όχι διάλογους, αφού οι δύο ήρωες είναι ένας στην πραγματικότητα - αναγνωρίζω τον εαυτό μου και τους γύρω μου, όταν μας κυριεύει η καταναλωτική μανία.
Μάρτιν Σμιντ: έτσι λεγόταν ο 19χρονος φοιτητής των μαθηματικών που η φήμη για τη δολοφονία του από αστυνομικούς έκανε χιλιάδες Τσεχοσλοβάκους να ξεχυθούν πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια στους δρόμους της Πράγας. Μόνο που η φήμη στη συνέχεια διαψεύστηκε. Πολλοί διαδηλωτές είχαν πράγματι ξυλοκοπηθεί βιαίως. Αλλά κανείς δεν είχε δολοφονηθεί. Στη διάδοση αυτού του ψέματος συνέβαλε ένας διαφωνών ακτιβιστής και δημοσιογράφος, ο Γιαν Ούρμπαν. «Μέχρι εκείνη την ημέρα», λέει σήμερα στους Νιου Γιορκ Τάιμς, «υπήρχε μια συμφωνία ανάμεσα στο κομμουνιστικό καθεστώς και τον πληθυσμό: αν δεν μιλάτε, θα σας φροντίζουμε. Όταν όμως ο κόσμος σχημάτισε την εντύπωση ότι νεαροί άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους, αυτή η συμφωνία κατέρρευσε. Ως δημοσιογράφος, ντρέπομαι για εκείνο το ψέμα. Δεν μετανιώνω, όμως, γιατί με τον τρόπο αυτό έλαβαν τέλος τέσσερις δεκαετίες κομμουνισμού».
Γιατί όμως αυτό το τέλος ήταν τόσο ξενέρωτο; Γιατί από τη Βελούδινη Επανάσταση απουσίαζε οποιαδήποτε σεξουαλική διάσταση; Οι φοιτητικές εξεγέρσεις του ΄68 στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη συνοδεύονταν από μια έκρηξη σεξουαλικής ελευθερίας. Εδώ δεν έγινε ούτε ένα πάρτι οργίων. Οι Τσέχοι και οι Σλοβάκοι φοιτητές δεν ζητούσαν πρόσβαση στην πορνογραφία και την αντισύλληψη ούτε εγγυημένους οργασμούς για όλους. Στα αιτήματά τους δεν περιλαμβάνονταν τα μεικτά ντους στις πανεπιστημιακές εστίες. Όπως γράφει ο βραβευμένος δημοσιογράφος Γίρι Πενάς στην εφημερίδα Λιντόβε Νοβίνι , τα γεγονότα που σημειώθηκαν τη 17η Νοεμβρίου 1989 στην Εθνική Λεωφόρο της Πράγας χαρακτηρίζονταν από ένα είδος ασκητισμού του σώματος και του πνεύματος. Τα μόνα όργανα των διαδηλωτών που παρουσίαζαν διέγερση ήταν οι καρδιές τους. Τα μάτια τους δεν έλαμπαν από σεξουαλική επιθυμία, αλλά από ιστορική ευθύνη. Ο Σίμον Πάνεκ και ο Μάρτιν Μέστρικ, δύο από τους ηγέτες των φοιτητών, έμοιαζαν περισσότερο με πουριτανούς μοναχούς παρά με επαναστάτες πλεϊμπόι. Η Μόνικα Παγέροβα και η Γιάνα Χιμπάσκοβα, ηγετικά στελέχη των φοιτητριών, ήταν ασφαλώς γοητευτικές, στερούνταν όμως σεξαπίλ.
Παρόλα αυτά, συνεχίζει ο αρθρογράφος, δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για μια «α-σεξουαλική επανάσταση». Ακόμη και ο όρος «Βελούδινη Επανάσταση», που ανήκει πιθανότατα στον Βάτσλαβ Χάβελ, παραπέμπει στη σαδομαζοχιστική λογοτεχνία, και συγκεκριμένα στο μυθιστόρημα «Η Αφροδίτη με τη γούνα» του Λέοπολντ φον Ζάχερ-Μαζόχ (φωτό). Ο μαζοχισμός πρέπει να αποτελούσε και ένα βασικό κίνητρο των γεγονότων εκείνης της μοιραίας ημέρας: πώς αλλιώς να εξηγηθεί το σύνθημα «δεν έχουμε παρά τα γυμνά μας χέρια», που φώναζαν οι διαδηλωτές λίγο πριν δεχθούν επίθεση από τους αστυνομικούς με τα ρόπαλα; Η συνέχεια ήταν πάντως καλύτερη. Το επόμενο σύνθημα, με νονό πάλι τον Χάβελ, ήταν πιο οικουμενικά ερωτικό: «Η αλήθεια και η αγάπη θα θριαμβεύσουν επί των ψεμάτων και του μίσους». Δεν συνέβη ακριβώς αυτό, αλλά στον θεατρικό συγγραφέα άρεσαν πάντα οι υπερβολές.


Στην οδό Ακαδημίας, στο σημείο που διασταυρώνεται με την Ασκληπιού, η νεαρή γυναίκα που περνά αντικανονικά, χωρίς δηλαδή να έχει ανάψει το πράσινο για τους πεζούς, με κατεύθυνση το πεζοδρόμιο της πίσω πλευράς της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ώρα 11 το βράδυ, χωρίς καν να την αγγίξει ένα διερχόμενο μηχανάκι, τα «χάνει» και πέφτει φαρδιά πλατιά στο κατάστρωμα του δρόμου. Συνέρχεται όμως αυτόματα και σηκώνεται σιάζοντας τα ρούχα της, χωρίς ευτυχώς να έχει πάθει τίποτε και χωρίς επιπλέον να αναζητά έναν υπεύθυνο για την πτώση της, αφού γνωρίζει καλά πως αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η ίδια. Ο οδηγός ενός διερχόμενου ταξί ακούγεται να λέει ενώ το μηχανάκι έχει απομακρυνθεί, αφού το πιθανότερο είναι ο οδηγός του να μην αντιλήφθηκε καν την πτώση της νεαρής γυναίκας: «Δόξα τω θεώ να λες, Αλβανέ, που δεν σε πήγε μέσα». Πρόφερε τη λέξη «Αλβανέ» ως βρισιά, αφού ο οδηγός της μηχανής φορούσε κράνος και δεν θα μπορούσε να ξέρει κανείς αν ήταν Έλληνας, Ρουμάνος, Πακιστανός ή Αλβανός. Εννοούσε απερίφραστα, δηλαδή, ο οδηγός του ταξί πως θα ήθελε ο οδηγός της μηχανής να ήταν Αλβανός και να είχε τιμωρηθεί χωρίς να έχει φταίξει.
Αλλά να ακούς τι λέγεται στα ραδιόφωνα, σχετικά με το θέμα της συνύπαρξης παγκοσμίως, με τους αλλοδαπούς και τους μετανάστες, κυρίως από ανθρώπους που καλούνται να εκφράσουν σε εκπομπές, τηλεφωνικά, τη γνώμη τους, αισθάνεσαι πως ακόμα και το αποκαλυπτικότερο θρίλερ ή επιστημονικής φαντασίας μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να περιλάβει τόσο αρρωστημένο αυτοσχεδιασμό και άγνοια πάνω σε θέματα που κυριολεκτικά ζεματάνε. Σύμφωνα με αυτά που ακούγονται, αισθάνεται κανείς πως αν δημιουργούνταν στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στήνονταν κρεματόρια για τους αλλοδαπούς και τους μετανάστες, η μικροαστική και η αστική τάξη, παγκοσμίως, θ΄ άφηναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. Είναι οι ίδιες αυτές τάξεις που έχουν ως δικαιολογία για τις όποιες παραλείψεις, καθυστερήσεις ή συγκαλυμμένες εγκληματικές τους διαθέσεις, τη φράση: «Για όλα φταίνε οι κρατούντες που μας μεταχειρίζονται ως πιόνια». Ως πιόνια; Έστω ως πιόνια. Πώς γίνεται όμως, οι ίδιες αυτές τάξεις να πιστεύουν πως δεν είναι καθόλου πιόνια, όταν επιλέγουν μάρκες ρούχων και αυτοκινήτων, κολόνιες, τρόπους ψυχαγωγίας, ταξίδια, αντίθετα είναι τελείως ελεύθερες να το κάνουν, ενώ παραμένουν κατευθυνόμενες τη στιγμή που θα ήταν υποχρεωμένες να εκφράσουν μια συμπάθεια, μια συναντίληψη έστω όσον αφορά τον βαθύ ανθρώπινο πόνο;
